Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΕΓΓΥΣ (απόσπασμα)






Ανάδρομα πορεύεται το σώμα σου
Εμπορεύεται αναπόδραστα
Αν σου δώσω ένα μήλο θα μου δώσεις πίσω το φίδι;






Παιδί στο προσφυγόσημο

Παιδί στο προσφυγόσημο
ξυπόλυτο σαράντα χρόνους 
ρακένδυτο και δακρυσμένο
πλάι στο συρματόπλεγμα
θέλει ελεύθερο να περπατήσει 
να ζήσει θέλει
να ξεκολλήσει επιτέλους
την παιδική ψυχή από το έρεβος 
Εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε
σε φάκελους σημαδεμένους
Δεν ωφελεί

Αλήθεια 

Απερίσκεπτα 
Απενεργοποίησες τη μνήμη 
Αδρανοποίησες τη φωνή 
Ακύρωσες τη ζωή σου 
Αρνήθηκες 
το Α το στερητικό 
στη λήθη να προσάψεις
Φοβήθηκες μη γίνεις αλάτι 
σαν τη γυναίκα του Λωτ



πρόσφυγες


Διανύεις αποστάσεις επί τόπου 
κρατώντας πυξίδα ένα μισοφέγγαρο ήλιο 
που ανατέλει και δύει μαζί σου 
Φαύλη ανακύκλωση ευχών 
Του χρόνου στα σπίτια μας
Του χρόνου στα σπίτια μας
Του χρόνου
Ποιου χρόνου;
Πορεύεσαι
Εναποθέτεις ελπίδες
Μνήμες ανακαλείς
Πορεύομαι πλάι σου καιρό
Δεν ξεχνώ αλλά ούτε και θυμάμαι 

Λήδρας

Πέραν του οδοφράγματος 
χρόνος ανάδρομος
χώρος αλαλάζων
ουρανός πλατύτερος
μνήμη αιχμηρή 
Η χώρα ενδότερη 
στρώματα ιστορίας
σώματα μυθολογίας
χώματα και ονόματα
Εκεί 
η πατρίδα ψυχή
πτώμα σε Προκρούστειο κλίνη

Τραγική ειρωνία

Όσο κι αν το προσπάθησα 
να ξεχωρίσω δεν κατάφερα
αν ήταν αλλοθρήσκων 
ή ομοθρήσκων οι καρδιές
που κάποια χέρια σκάλισαν 
σε τοίχο στη μοιραία πόλη 
Επέζησαν εντούτοις
του πολέμου


Το ιερό ψωμί

Εγώ θα επιμένω 
να ζυμώνω τις μνήμες μου 
με τις γροθιές
Μεσαορία
κι εσύ 
αλώνιζε τα ματωμένα στάχυα
και κράτα σπόρο καθαρό 
αντίδωρο και πρόσφορο 
για τους επόμενους


Αμμόχωστος

Για να σε λησμονήσω 
ξαπλώνω στην άμμο σου 
και μαεύω φωτόνια 
Ύστερα τα αλείβω
με ευλάβεια στο δέρμα μου 
Μικροσκοπικά αστέρια 
φυτρώνουν εντός μου
και τότε ανατέλλω
μηδενικά φορτισμένη 
πανδέκτης και πανσέληνος αλλού 
Μα δε σε λησμονώ


Ελευθερία

Τώρα εξηγείται 
η απουσία της
εδώ και χρόνια 
από τις παρελάσεις
Είναι νεκρή 
και όχι λιποτάκτης 
όπως νομίζαμε 
Δεν είδαμε ποτέ
ή αγνοήσαμε 
τη σφαίρα 
στο στήθος της 
Εφονεύθη 
Ας μην την περιμένουμε 
Ας περιοριστούμε μόνο 
στην κατάθεση στεφάνων 

Αιώνες τώρα 

Περιμέναμε την Άνοιξη 
και την Ανάσταση
Λησμονήσαμε 
ότι προηγούνται 
αιώνες τώρα 
η προδοσία 
και η σταύρωση
Αιώνες τώρα 
Πόντιοι Πιλάτοι 
και Ιούδες
Αιώνες τώρα 
μας φιλούν



Ζητείται Πατρίς 

Πυκνή κίτρινη
αφρικάνικη σκόνη
κρύβει τον ήλιο
σε μια πατρίδα
χωρίς ουρανό
Κι εμείς 
ενδοτικοί σπουργίτες
αναμεταδίδουμε 
φλυαρίες χελιδονιών 
και λοιπών αποδημητικών 
για δήθεν ερχομό
της άνοιξης

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Μιχάλης Παπαδόπουλος (βιογραφικά στοιχεία)

Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στη Λευκωσία. 
Σπούδασε φιλοσοφία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

 Ποιητικές συλλογές: 

  • «Αμμόλιθος» (1997) και 
  • «Εντός Συνόρων» (2000), για την οποία τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης της Κύπρου.
  • Εκδοχές ενός ποιήματος (2016) 
Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε κυπριακά, ελληνικά και ξένα περιοδικά, ενώ έχουν επίσης μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.
Εργάζεται ως δημοσιογράφος στον κυπριακό γραπτό και ηλεκτρονικό Τύπο.

ΕΚΔΟΧΕΣ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ / Ποιητική Συλλογή του Μιχάλη Παπαδόπουλου (Φαρφουλάς 2016)

ΣΚΟΥΠΙΔΙΑΡΗΔΕΣ

Όπως υπάρχουν οι σκουπιδιάρηδες του Δήµου
που μαζεύουν µε τις φαγάνες
ή τα μεγάλα κυλινδροειδή απορριμματοφόρα
τα σκουπίδια από τους δρόµους
έτσι υπάρχουν και οι σκουπιδιάρηδες της γλώσσας
την καθαρίζουν από τη βροµιά της
απολυμαίνουν τις λέξεις
τις κάνουν να γυαλίζουν, να διαβάζονται
όπως υπάρχουν επίσης
κι οι σκουπιδιάρηδες της σάρκας
παθιασμένοι από έρωτα, που γλείφουν παντού
αγκαλιάζουν, γυμνώνονται
χειρίζονται το σώµα σαν καταβόθρα
ρουφούν ώς το µεδούλι τα βρόµικά του νερά
ώσπου να βλαστήσει πάλι το σάπιο
η µπόχα των µυστικών βόθρων της πολιτείας
η µπόχα του ασύλληπτου νοήµατος
η πολύτιμη, διεγερτική µπόχα του έρωτα


***

ΔΕΛΤΙΟΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ

Η πικάντικη στατιστική
της ευμάρειας
Χόντρυνε ‒λέει‒ ο πλανήτης
βάρυνε η υδρόγειος
οι κοιλίτσες εκπέμπουν SOS
και στα λιμοκτονούντα ακόμη
με τη λειψυδρία, την πείνα, την ξηρασία, το aids
ανεβαίνουν οι ταχυπαλμίες
τα αυτοκτονικά σπριντ
τα σαβουάρ βιβρ της χαμέρπειας
του παρασιτισμού τα ευμαρή λίφτινγκ
και λες, πότε θα πέσει πάνω σε όλους
μια κοσμική λιμάγκρα
να ρουφήξουμε απνευστί
ολάκερο το εναπομείναν πλεόνασμα
σε θάνατο

***
ΕΝΟΡΚΟΣ ΔΗΛΩΣΗ

Όλους εκείνους που με αγωνία
αλλά και με το δάκτυλο στη σκανδάλη
στη γωνία ενός μισοσκότεινου δρόμου
περιμένουν να δουν την εξέλιξη
της στιχουργίας μου
‒Eάν έκανα βήματα προς τα εμπρός
εάν εξελίσσομαι βάσει
όλων των προειλημμένων προσδοκιών
και εκτιμήσεων‒
θέλω ευόρκως να τους πληροφορήσω
πως όχι μόνον έμεινα στάσιμος
αλλά κάνω βήματα διαρκώς προς τα πίσω
και τώρα, τελευταίως, μάλιστα, μερικά
μεγαλειώδη άλματα προς τα πίσω
προς εκείνη την άφατη λέξη
που ούτε λέγεται ούτε γράφεται
κι έρχεται πάντα στο τέλος
ανείπωτη και άγραφη
η οριστική εκδοχή
του ατελεύτητου ποιήματος

ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΠΑΤΡΙΔΑ / Δημήτριος Γκόγκας

Έπαινος στον Ε΄Ποιητικό Διαγωνισμό 
Καισάριος Δαπόντες (Δήμος Σκοπέλου) 

Κάθε πρωί της ξενιτιάς ο ήλιος χρυσολάμπει.
Μα μένα την καρδούλα μου φωτίζει μια νυχτιά,
που απλώνεται κει στα βουνά. Κι είναι νεκροί οι κάμποι, 
κάποιας πατρίδας που στο νου μου, πάντα τριγυρνά.

Το άρωμά της δεν ξεχνώ, είναι της μάνας μύρο.
Απλώνονταν απ΄ την αυλή, ως κάτω στο ποτάμι.
Κυρτή στ΄ αναχώματα, η λεύκα όπου θα γύρω
και η ψυχή απ΄ τη κούραση,  σιγά θα αποκάμει.

Οι λόφοι της παράδεισοι,  γεμάτοι ανεμώνες.
Απ΄ το βουνό απλώνεται σαν σκέπη o ουρανός.
Ξενιτεμένοι  γερανοί μου φέρνουνε εικόνες.

Και φτερουγίζει πάντοτε στα στήθη ένας καημός.

Δημήτριος Γκόγκας (Βιογραφικό σημείωμα)



Ο Δημήτριος Γκόγκας γεννήθηκε το 1964 στο Στρυμονικό Σερρών. Σπούδασε στην Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών στα Τρίκαλα. Ασχολείται με την ποίηση. Συνεργάστηκε στην έκδοση του Βιβλίου «Το χθες της Ξάνθης σαν σήμερα» από τον Δήμο της Ξάνθης το 1998, με ευθύνη κυρίως της συλλογής και αρχειοθέτησης του υλικού. Ποιήματά του έχουν αναρτηθεί σε σελίδες του διαδικτύου.

To 2014 βραβεύτηκε με τον Α΄ Έπαινο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης της Πνευματικής Συντροφιάς της Πόλης Λεμεσού Κύπρου για το ποίημα : «Περιγραφή για ένα Θάνατο»

Την ίδια χρονιά έλαβε το 2ο Βραβείο του 3ου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ «Στο μισό του δρόμου το τέλος αργεί ακόμη»

Το ποίημά του: «Φόβος» έλαβε το Α΄ Βραβείο στην κατηγορία :(Διαγωνισμός για τη Κύπρο) Ποίηση Αυτογνωσίας του Λογοτεχνικού Διαγωνισμού "ΣΙΚΕΛΙΑΝΑ 2014"

Το 2015, έλαβε το 3ο βραβείο του 4ου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ για το ποίημα: «Πέντε Δάκρυα»

Την ίδια χρόνια, 2015, το ποίημά του: Κάτω στη Πατρίδα που σίγησε βραβεύτηκε (Β΄βραβείο) στον Ποιητικό Διαγωνισμό του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων (ΕΠΟΚ)

Το 2016  ανάμεσα στα 42 ποιήματα που διακρίθηκαν στον 5ο Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό ΕΛΙΚΩΝ, βρέθηκε και το ποίημά του  με τον τίτλο: ΟΡΑΣΗ Τα 42 ποιήματα θα περιληφθούν στη συλλογή  ΕΛΙΚΩΝ 2015 που θα εκδοθεί από τις Εκδόσεις Momentum.

Το 2016 το ποίημά του "Για την δική μου Πατρίδα" τιμήθηκε με ΕΠΑΙΝΟ στον Ε΄ Ποιητικό Διαγωνισμό "Καισάριος Δαπόντες" του Δήμου Σκοπέλου. 

Το 2016, έλαβε Β΄βραβείο στην κατηγορία Σύγχρονης Ποίησης στον Ποιητικό Διαγωνισμό του ΚΕΛΑΙΝΩ 2016, για το ποίημά του: ΜΕΣΑ ΣΤΙς ΣΥΛΛΑΒΕΣ ΤΗς ΑΝΕΧΕΙΑΣ

Το 2016 το ποίημά του: Το σκυλί του Πατέρα έλαβε Τιμητική Διάκριση  στον 5ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ζωοφιλίας

Το 2016 τα ποιήματά του : Η Προσφυγιά και Ο πόνος του Αγνοούμενου Ποιητή έλαβαν Α΄και Β΄βραβεία αντίστοιχα στον 7ο Παγκόσμιο Διαγωνισμό του ΕΠΟΚ (Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων) 

Συμμετείχε στις Ομαδικές Ποιητικές Συλλογές των Εκδόσεων ΔΙΑΝΥΣΜΑ, κατά τα έτη 2014 και 2015,   ενώ οι Εκδόσεις : η ΠΡΟΦΗΤΙΣΑ, συμπεριέλαβαν το ποίημά του: «Έτσι ήταν το Δείλι μας» στη Ποιητική Συλλογή: Από Καρδιάς

Από τις εκδόσεις ΔΙΑΝΥΣΜΑ κυκλοφόρησε (2015) σε μορφή e-book η Ποιητική Συλλογή: «Ωράρια Επιστροφών» (ISBN: 978-618-82188-6-4)

Το 2016 συμμετείχε στο Συλλογικό Έργο των Εκδόσεων ΟΣΤΡΙΑ: Ταξίδια Πολύτιμα του νου
 

Στο διαδίκτυο και στις σελίδες των εκδόσεων: http://www.easywriter.gr/profile έχουν αναρτηθεί σε μορφή e-book, κατά το 2015 οι παρακάτω ποιητικές συλλογές του:

ü Ενδείκτες: Ποιήματα περιόδου 1990- 1999
ü Ανάσες από την Καμπούλ : Ποιήματα 2003-2004.
ü Άχνη: Ποιήματα 2009.
ü Κάμπος μιας νιότης: Ποιήματα 2011.
ü Βηματισμοί σε Φθινοπωρινούς Στίχους: Στίχοι 2012.
ü Ξέρω ένα τόπο: Ποιήματα 2013.
ü Θάνατος είναι ότι δεν έδωσες ενώ μπορούσες: Ποιήματα 2014.
ü Ένα τετράδιο για το Στρυμονικό: Στίχοι 2014


και η Συλλογή Διηγημάτων : Πτώσεις Ανθρώπων

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του "Κυπριακού Ελληνισμού"! (φύλλο 82)


Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του "Κυπριακού Ελληνισμού"! (φύλλο 82)
Το νέο τεύχος (φύλλο 82) της εφημερίδας του συλλόγου μας, "Κυπριακός Ελληνισμός" εκδόθηκε σήμερα.
Μπορείτε να κατεβάσετε την ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας μας, πατώντας ΕΔΩ.

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Είμαι η οργή σου /Λουκάς Σταύρου



Στέκομαι με ένα πολυβόλο
και σ' αγναντεύω γη μου.
Είμαι η ψυχή σου
η φωνή σου
είμαι η οργή σου που ανατέλλει
μέσα απ' το χώμα
και το πνεύμα σου
πατρίδα μου .

Λουκάς Σταύρου

Κουράγιο Πενταδάκτυλε



Κουράγιο Πενταδάκτυλε
θα ξανακούσεις
στις απόκρημνες πλαγιές σου
τις τρομερές πατημασιές
της Λευτεριάς. 

Λουκάς Σταύρου

Πενταδάκτυλε / Λουκάς Σταύρου



Σίμωσα τη καρδιά μου
και αφουγκράστηκα τα έγκατα σου
Πενταδάκτυλε.
Βαθιά σου ηχούν τα τύμπανα
κι’ οσάν από τα τρίσβαθα του Άδη
βουή πυρφόρα
της λευτεριάς η λάβα σου
αναβράζει.

ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ / Λουκάς Σταύρου

Δεν θα ξεχάσουμε τα δάκρυα
που αυλάκωσαν την όψη μας 
όταν μας είπαν πως 
«η Κύπρος είναι μακριά» .
Δεν θα ξεχάσουμε τ΄ αδέλφια μας 
που άταφα μείναν τα κορμιά τους 
στον Άγιο Ιλαρίωνα .
Δεν θα ξεχάσουμε τους ήρωες
που γύρισαν παράλυτοι απ΄ τις μάχες
και ζουν σαν τα σκουπίδια πεταγμένοι .
Δεν θα ξεχάσουμε τη πόρνη 
που αφιονίζει μέρα νύκτα το λαό μας .
Φτωχοί , καταδιωγμένοι εργάτες
μιας μεγάλης και υπερήφανης Ελλάδος
μέσα σε φτωχογειτονιές και σε στρατώνες
μέσα σε φυλακές και τόπους εξορίας
θα ορθώνουμε το κράτος μας
τη μυστική μας κοινωνία 
και απάνω σε αμόνια φλογισμένα
θα τροχίζουμε 
το ατσάλι μιας φρικώδους τιμωρίας .

πηγή: http://l-stavrou.blogspot.com.cy/2014/07/blog-post_23.html

Προς τους δεσμώτες / Λουκάς Σταύρου

Προσπάθησε συνάνθρωπε
συγκέντρωσε τις δυνάμεις σου
τίποτα μην πιστεύεις
σε όσα βλέπεις
και όσα ακούς
ο στόχος είναι
να σπάσεις τα δεσμά σου
να δραπετεύσεις
από την σκοτεινή φυλακή σου
με τις αλλόκοτες σκιές
και τις βουερές αντηχήσεις
τους βλοσυρούς να αφήσεις πίσω σου
θαυματοποιούς
που με στέμματα και σκήπτρα
με ράσα και πηλήκια
τα σιδηρά δεσμά σου
επιτηρούν.
Έξω να βγεις
από του ψεύδους την παράνοια
να λυτρωθείς.

Λουκάς Σταύρου (βιογραφικό σημείωμα)

Γεννήθηκε το 1956. Κατάγεται από τη Κοινότητα  Όμοδος της Κύπρου. Πραγματοποίησε σπουδές στη Ζωγραφική, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Κύπρο και σήμερα ασκεί το επάγγελμα του ζωγράφου και διατηρεί εργαστήριο στο Όμοδος. 
Πραγματοποίησε ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής σε Ελλάδα και Κύπρο και έλαβε μέρος σε πολλές ομαδικές. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές και στην Κερκυραϊκή Πινακοθήκη.
Από το 2005 και εντεύθεν έχει επιδοθεί στην υπαιθριστική ζωγραφική.
Ασχολείται με την ποίηση. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, φιλοσοφικά δοκίμια, ιδεολογικοπολιτικές μελέτες και ένα ιδεολογικό διήγημα.

Εργογραφία:

  • Πολεμική Ανάβαση (ποιητική συλλογή – 1983)
  • Προσκλητήριο μάχης (ιδεολογικοπολιτική πρόταση – 1985)
  • Η θέληση της δυνάμεως (περιλαμβάνεται στις Νιτσεϊκές σκηνογραφίες – φιλοσοφία – 1987)
  • Αναζητώντας το φως (ποιητική συλλογή – 1988)
  • Ερειπωμένη πατρίδα (ιδεολογικό Διήγημα – περί 1990)
  • Ατενίζοντας την σκλαβωμένη πατρίδα (ποιητική συλλογή – 1992)
  • Επιστρέφουμε (ποιητική συλλογή – 1994)
  • Στο συμπόσιο της μάχης (ποιητική συλλογή – 1995)
  • Ενάντια στους προσκυνημένους (ιδεολογικοπολιτική πρόταση – 1999)

Ηλεκτρονικές εκδόσεις

  • Τρόπος και Είναι – Εισαγωγή στην φιλοσοφία του νεολογικού υλοθεισμού (φιλοσοφία – 2014)
  • Στα ίχνη του Μεγάλου Αλεξάνδρου – ποιητική συνοδοιπορία με την Μακεδονική Φάλαγγα (ποιητική συλλογή - 2015)
Για περισσότερα επισκεφτείτε τις σελίδες: http://www.lukestavrou.com/about/

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων:Πρόσκληση σε εκδήλωση Πορείας Μνήμης Ισαάκ-Σολωμού στην Αθήνα


Σας προσκαλούμε σε εκδήλωση της Πρωτοβουλίας Μνήμης Ισαάκ- Σολωμού στις 23 Ιουλίου 2016, στις 19:00 στην αίθουσα Ελλήνων Λογοτεχνών στην οδό Γενναδίου 8 και Ακαδημίας στον 7ο όροφο (πίσω από την εκκλησία Ζωοδόχου Πηγής). 

Πρόγραμμα εκδήλωσης

  • Χαιρετισμός από πρόεδρο Ε.Π.Ο.Κ κ. Ηρακλή Ζαχαριάδη
  • Χαιρετισμός από πρόεδρο Ελλήνων Λογοτεχνών κ. Κώστα Καρούσο
  • Σύντομη ομιλία από εκπρόσωπο Πρωτοβουλίας Μνήμης Ισαάκ-Σολωμού
  • Προβολή οπτικοακουστικού υλικού
  • Απαγγελία ποιημάτων από:
    • κ. Ελένη Βαρνάβα (Γεν. Γραμματέας Ε.Π.Ο.Κ.)
    • κ. Ζωή Παπαδημητρίου - Τζιράκη
    • κ. Κων/νο Σερενέ
  • Τραγούδια:
    • Το τραγούδι του χελιδονιού
    • Καρτερούμεν
    • Θα σταθούμε στη γη που μας γέννησε
    • Λογαριάσατε λάθος

Το Αστικό Σκούντημα / Χρίστος Τσιαήλης



Στο καράβι φόρτωσα γιους, κόρες και εγγόνια. Κάποιοι στην πλώρη στάθηκαν, στην πρύμνη άλλοι. Άλλοι μπροστά αγναντεύουνε περαστικούς, οι πίσω ποδηλάτες. Γυρνάμε σε τετράγωνα ετούτη τη θάλασσα, πορεία σεσημασμένη. Εθνική παρέλαση στη λεωφόρο απέναντι. Να κατέβω. Μα δεν μπορώ, σε ετούτα τα βρώμικα νερά των υπονόμων δεν θα πατήσω. Φώτα τροχαίας  - κόκκινο -  Μα το καράβι δεν ξαναξεκινάει. Τετράκοπος άπανη, στα κτίρια κτυπάμε τα κουπιά, μα πια δεν προχωράμε. Οι κόρες κάτω τα καρφώνουνε, μα άμμο πια δεν βρίσκουν, μον ένα μαύρο υλικό σκληρό. Το τελευταίο δόρι πριν τραβήξω να τρυπήσω τη σημαία απέναντι, «Ιάσονα!» με σκουντάει η Βενετία.

Απόσπασμα από την Συλλογή: Εκατόλεξο με ίχνος διαλόγου

Η ώρα της μοναξιάς / Γιάννος Λαμπής


Ήρθε και πάλι απόψε η ώρα, την καρτερούσα,
π’ απλώνονται ίσκιοι στη κάμαρα μου.
Με βρήκε καθισμένο στη ψάθινη καρέκλα
μπροστά απ’ το τραπέζι το παλιό.
Δυο πιάτα και δυο ποτήρια με κόκκινο κρασί γλυκό
και στη μέση ένα κερί ν’ αχνοφέγγει,
με τη πόρτα πάντα ανοιχτή.
Κανείς όμως δεν μπαίνει,
μονάχα σκόρπιοι ψιθύροι απ’ τον κήπο,
κι εγώ το ξέρω, δεν είναι άνθρωποι,
κουβέντες είναι μεταξύ των λουλουδιών,
και γέλιο μοναχικών, σάπιων, νεκρών ψυχών.

Ο Δύων Ανατέλλων και η Πανσέληνος Βροχή / Πήττας Γιώργος

Aλφα
Άγνωστες βλέπω τις κοιλάδες μου
έτσι κι αλλιώς, πρώτη φορά τις περπατώ.
Ανώνυμες οι λίμνες μου μες στην άχλυ μιας νύχτας
που δε λέει να φύγει ακόμα.
Θα φύγει!
Μακρύκαννο πρωινό, εκπυρσοκρότησε την Πρώτη του Χρόνου
και η σφαίρα ακόμα ταξιδεύει αποφράζοντας
τις δαιδαλώδεις αρτηρίες μου.
Τι θέλει ο άνθρωπος με τη στολή του δύτη
και στέκει αγνοούμενος στη μέση αυτού του κάμπου;
Γιατί είναι τόσο ξένος;
Γιατί κρατά ομπρέλα ανοιχτή;
Μήτε το φως έχει φανεί κι ούτε σημάδια για βροχή
έδωσε απόψε το φεγγάρι.
Γύρισα πέρα απ' τον καθρέφτη
που είχε φυτρώσει εμπρός μου.
Μα να, κι άλλος, καθρέφτες πολλοί
προκύπτουν αίφνης από τη Γη
να φύγω;
Μ' ένα λεβιέ ταχυτήτων στην κοιλιά
με μιαν εξάτμιση στην πλάτη
το Αραράτ καλώ εδώ, μπας και κρυφτώ
από τούτον εδώ τον ιχνηλάτη της ψυχής.
Άβυσσος.
Με μια ταξιανθία αρωμάτων και ποικιλίες μπαχαρικών
φορτωμένος
θα αμυνθώ όσο πρέπει, ώστε την κατάλληλη ώρα
συσσέπαλος να παραδοθώ, το κατά δύναμιν
άφθαρτος, έως παρθένος, στο τι με περιμένει.
Άγνωστες βλέπω τις κοιλάδες μου
έτσι κι αλλιώς, πρώτη φορά τις περπατώ.
Αποσκευές μου, ένα λευκό προσόψιο και το έσχατο
των δακρύων μου, σε μικρό κουτάλι,
να μεταλάβεις, να καταλάβεις
πως ούτο εστί το νόημα των ανέμων
που έλκουν τα νερά στα ψυχονήσια
των οιωνοσκόπων εραστών.
Έλα κατόπιν, να με καλοστρατίσεις
γιατί αποίμαντος πορεύθηκα ως εδώ
ακούγοντας το μινύρισμα της πέτρας,
συλλέγοντας σταγόνες υγρασίας,
που κρύβουν μέσα τους τις εξομολογήσεις των άστρων.
εκείνο το φως που τρεμοπαίζει πάντα μου έμοιαζε τραγούδι
Ανώνυμες οι λίμνες μου, μες στην άχλυ μιας νύχτας
που δε λέει να φύγει ακόμα.
Θα φύγει!
Διάστικτο πρωινό, διαχέεται γύρω, σαν μουσική
ενός αυλού από την ανατολή
που χρόνια πολλά πριν
χάθηκε στις χαράδρες
μ' ακόμη αντιλαλεί.
Αντιλαλεί και πάει, κι ανοίγει μονοπάτια
κι όπου σκληρά της Γης, τα κάνει τύμπανα
τα βάζει στο παιχνίδι, δεν αντιστέκονται,
κρατούν ρυθμό.
Τι θέλει ο άνθρωπος με το σκάφανδρο
και στέκει έφεδρος της νύχτας
απέναντι από το φως;
Γιατί είναι τόσο νέος;
Γιατί κρατά δοξάρι;
Μήτε ο αέρας σώθηκε, μήτε ο χρόνος σταματά
κι ούτε η γλώσσα της χορδής μοιάζει να ξέρει.
Γύρισα πέρα από τα χαλάσματα
που φτιάχτηκαν μπροστά μου.
Τζάμια σπασμένα, υαλοθραύσματα επιρρεπή
σε μια διαρκή ειρωνεία.
Αυτή των τεθλασμένων ειδώλων.
Άφωνος στέκω μες στο βαρύτονο τοπίο.
Δεν το αντέχω πια. Να φύγω;
Μ' ένα ποδήλατο παλιό, ποδήλατο χωρίς πετάλια
το Αραράτ καλώ εδώ μπας και κρυφτώ
από τα πετρωμένα εκείνα που μόνος μου όρισα.
Άβυσσος.
Με μια χρόνια ορεσιπάθεια στη ματιά,
άσωτος κρημνοβάτης, επιθυμώ
να πετάξω χαμηλά, τη βαρύτητα να διδαχθώ.
Αποσκευές μου, μια φιάλη σφραγιστή
φέρει εντός της, τη βροχή
που έπνιξε τις πολιτείες που διάβηκα.
Λαβέ λοιπόν, για να κριθείς.
Λαβέ για να πλυθείς και να λειτουργηθείς
κι από το σώμα μου, με το νερό αυτό
να αποβάλεις το δέρμα που απέκτησα
βαδίζοντας γυμνός, τόσον καιρό.
Μακρύκαννο πρωινό εκπυρσοκρότησε την Πρώτη του Χρόνου.
Η σφαίρα, διέρρηξε την αορτή, πριν την καρδιά μου
αγγίξει.
Εκτοξεύθηκε, άνοιξε, φώτισε και γιόρτασε τον ουρανό μου
ίσαμε που ‘σβησε. Πυροτέχνημα.
Άγνωστες βλέπω τις κοιλάδες μου,
έτσι κι αλλιώς πρώτη φορά τις περπατώ
Πλησίστιος, πλησιφαής κι όμως μεσίστιος, ρωτώ:
Τι θέλει ο άνθρωπος και στέκει έμβρυος
στη μέση αυτού του κόσμου;
Γιατί χαμογελάει πλάθοντας τις οδύνες του
βαφτίζοντάς τες μοίρα;
Δεν κρατάει τίποτα.
Τίποτα δεν κρατάει.
Με τα χέρια στην έκταση ανοιχτά
μοιάζει να χορεύει συνέχεια
ανάμεσα στο πλήθος, να διαπερνά τα σώματα
και αενάως να διαφεύγει τον κίνδυνο που ονομάζει
εγκλωβισμό.
Έμβρυος. Κι ωστόσο το βλέμμα του
γερνάει ολοταχώς, τόσο, που κάποτε
μοιάζει με νύχτα.
Βρέφος, το απροσπέλαστο, πονάει ακόμα
σε κείνο το πλευρό που ο Θεός του πήρε
Μακρύκαννο πρωινό;
Εκπυρσοκρότησε την Πρώτη του Χρόνου;
Ποτέ δεν κατάλαβα ότι για χρόνια πολλά, περπατούσα
ανάμεσα στις μικρές χαραμάδες που αφήνουν
οι από αιώνες συγκολλημένες πέτρες.
Η λάσπη έγινε χώμα ξερό, θρυμματίζεται στο πέρασμά μου.
Ο τοίχος όμως αντέχει.
Τόσοι σεισμοί, τόσες ξηρασίες, και περπατώντας ανάμεσα
δεν ένιωσα ποτέ την παραμικρή μετατόπιση.
Από πέτρα σε πέτρα, ανακάλυπτα κάποιες φορές πράγματα
καινούρια, ασήμαντα, άλλοτε αδιάφορα κι άλλοτε
ικανά να βάζουν την καρδιά μου σ' έναν ταχύπαλμο
ρυθμό:
Ένα ξερό κλαδάκι,
ένα πέταλο από αρχαίο τριαντάφυλλο
λίγη χρυσόσκονη, κάποιο νήμα μεταξιού
μια πεταλίδα σκονισμένη και στεγνή να θυμάται
παφλασμούς.
Μακρύκαννο πρωινό;
Εκπυρσοκρότησε την Πρώτη του Χρόνου;
Ποια να ‘ναι η αλήθεια; Τι είναι η αλήθεια;
Τι υπάρχει μετά το κλέος της παραβίασης κάποιων ορίων;
Τι θα πει όφελος, σκοπός, έργο Τι είναι θυμάμαι;
Και τι είναι γνωρίζω;
Τι είναι αυτό και κείνο και τ' άλλο;
γιατί ρωτάω;
γιατί οι απαντήσεις δεν παίζουν κανένα ρόλο;
Τι ζωγραφίζει τις τροχιές μας;
Τι μας νοιάζει;
Σε ποιο έγκλημα συμπράττω;
όταν αποσύρω το βλέμμα μου από τους καθρέφτες;
Άγνωστες βλέπω τις κοιλάδες μου,
έτσι κι αλλιώς, πρώτη φορά τις περπατώ
καθώς, ποτέ δεν έφυγα από τις χαραμάδες.
Τώρα, που μάζεψα τόσους ίσκιους
που γέμισα το σάκο μου βροχές
μπορώ να κοιμηθώ
μπορώ και να κινήσω
«Ο την επταπλάσιον κάμινον και την φλόγαν
την εν Βαβυλώνι
εις δρόσον μεταβαλών
και τους αγίους σου τρεις παίδας
σώους διαφυλάξας»*
Κύριε; Πώς την αντέχεις τόση Έπαρση;
Τι εκπυρσοκρότησες την Πρώτη του Χρόνου;

ωμέγα.