Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Το πράσινο μαχαίρι


Έσκυψα μέσα στην κοιλιά μου
Άκουγα κάτι παράξενα χάχανα
Φόρεσα το ανάστροφο μου πρόσωπο
Και χώθηκα στο στήθος μου
Που ένα βαρύ πράσινο μαχαίρι έκαιγε
Θαρρείς πως θα φυτρώσει
Είπα στον διπλανό
Είχε ένα αυτί σαν τούμπανο
Και το βαρούσε όταν χαιρόταν
Σε θυμάμαι φόρτωνες στα νιάτα σου βαπόρια
Τώρα στον πυρετό
Θα γεννηθώ μάνα θ’ αναστηθώ
Κοίταζε με μάτια παιδιού
Δηλαδή πουλιού
Στο χώμα σφάδαζε η εγκυμονούσα κόρη
Κι είπα πάλι θα γυρίσουν οι καιροί
Το αυτί βάραγε και γέλαγε
Η καρδιά αδημονούσα
Φτερούγισε λίγο
Ύστερα πέταξε μακριά
Μια μέρα θα σε βρω
Η φωνή εχτύπησε το στήθος μου

Αναχωρώ

stoppage in transit

Το ποίημα βρίσκεται στη παρακάτω διεύθυνση: 

Η ναυμαχία των σανιδοφόρων

για να αναγνώσετε το ποίημα πατήστε: 

Κείμενο της Λοφίτη - Ματθαίου Γεωργία στην εφημερίδα «Σάλπιγξ» την 29 Απριλίου 1921 , πάνω στην εξαθλίωση Ρώσων προσφύγων στη Λεμεσό.




Από πέντε και πλέον μήνες κατοικούν εδώ κοντά μας, απάνω εις το στρατόπεδο των Πολεμιδιών, μερικά από τα θύματα των τελευταίων αποτελεσμάτων του πανευρωπαϊκού πολέμου, μερικά φύλλα πεσμένα στον άνεμο. 


Αυτοί οι άνθρωποι είνε Ρώσσοι, έχουν κάπου μια πατρίδα, κάποτε ανέπνευσαν τον ωραίον άνεμον της ελευθερίας και ησθάνθησαν μέσα εις την ψυχήν των τας απολαύσεις της ζωής. 

Αυτοί οι εγκαταλελειμμένοι, αυτά τα ερείπια των σημερινών γεγονότων, αυτοί οι χριστιανοί δεν έχουν σήμερον Πατρίδα, δεν έχουν ούτε καν τους καθημερινούς πόρους της ζωής. 

Ηλθαν σε μας κάποιαν πρωίαν θλιβεράν και σκοτεινήν, δίχως ψυχήν και δίχως αισθήματα. Έφεραν μαζύ τους τον βαθύ πόνον της απογνώσεως και ερίχτησαν μέσα στον ουρανόν μας σαν πουλιά ξένα σπρωγμένα από την καταιγίδα και τον κεραυνόν. 

Η Κυβέρνησις εφάνη κάπως καλή. Σε μια στιγμή ευσπλαχνίας έριξε λίγα ψίχουλα στα άρρωστα αυτά πουλιά και τους παρε- χώρησεν ένα άσυλον, οπωσδήποτε για να περάσουν τες κακές μέρες. 

Εψηφίστηκε μάλιστα και ένα κοντύλι και ένα μηνιαίο επίδομα παρεχωρήθη στους δυστυχισμένους αυτούς από Λιρ. 150 περίπου. Το κοντύλι τούτο τελευταίως ηλαττώθη σε Λιρ.80, καθώς μας λέγουν και τώρα τίποτε, ούτε οβολός πια γι’ αυτούς.

Όσοι μπορούν να εργάζωνται ρίχνονται με όρεξι στη δουλειά και φορτώνονται ευχαριστημένοι το αχθοφορικό σακκί δίχως να νοιάζωνται αν τα χέρια τους κι’ οι πλάτες τους δεν είναι καμωμένες για τόσα βαρετά φορτία.

Είδαμεν γυναίκες δυστυχισμένες, γέρους αναπήρους και πληγομένους του πολέμου. 

Όλοι αυτοί πέρασαν από μπροστά μας θλιμμένοι αδύνατοι ταπεινοί. 

Δεν μας έτειναν το χέρι αλλά τα βλέμματα τους μας άγγιξαν τες ψυχές. Χθες ακόμα δυό δυστυχισμένοι έδωσαν τέλος στη ζωή τους με τραγικές αυτοκτονίες. Σήμερα μια άλλη πέθανε από θλίψη και μαρασμόν. 

Επιτέλους αυτός ο ολάκερος κόσμος που υποφέρει, πιστεύει τον θεόν τον οποίον πιστεύομεν. Δεν πρέπει να μείνουν να πεθάνουν έτσι σαν σκυλιά. 

Δεν είναι ανάγκη βέβαια να στερηθούμεν για να τους συνδράμωμεν, αλλά κάτι από ό,τι μας περισσεύει. Ενα ασήμαντο ποσό ο καθένας μας για να γλυκάνωμεν λίγο όλες αυτές τες ψυχές που πονούν! 


πηγή/ αναδημοσίευση: http://www.foni-lemesos.com/retro/6663-oi-rosoi-sti-lemeso-allote-kai-simera.html


το κείμενο αναδημοσιεύεται προκειμένου να έχουμε απόσπασμα του λόγου της ποιήτριας / δημοσιογράφου 

Γεωργία Λοφίτη - Ματθαίου (βιογραφικά στοιχεία)

 Γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1893 και απεβίωσε το 1985. Φοίτησε στη Σχολή Καλογραιών της Λεμεσού και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, την ποίηση, την πεζογραφία και τη μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων. Τα λογοτεχνικά κείμενά της παραμένουν δημοσιευμευμένα και σκόρπια σε εφημερίδες και περιοδικά του μεσοπολέμου.

“Οδός Βαλσαμάκη”


          Σου πήρανε το δρόμο σου, παππού! Πενήντα χρόνια
          είν’ αρκετή, στον τόπο μας, αθανασία για σε
          και τ’ όνομά σου. Μη κανείς θα ζήσει κιόλας αιώνια;
          Κι ο που τιμήθηκε σα θεός κι εκείνος π’ άγιασε,
          όταν θα ξεψυχήσ’ η γη, σαν το ’παθε η σελήνη,
          ό,τι όνομα κι αν έχουνε, θα ξεχαστούν κι εκείνοι.

          Δε θα θυμώσω, γέροντα. Και πώς, μες στην καρδιά μου,
          που ζουν τα χαμογέλια σου, μπορεί ν’ ανάψει οργή;
          Μα με την ηρεμότατη και σίγουρη μιλιά σου,
          χαϊδεύοντας τη φόρμιγγα που πήρ’ απ’ τον Ερμή,
          μορφή πως ήσουνα, θα ειπώ, με πνεύμα ταιριασμένη
          από τις πιο εκλεκτές που φάνηκαν στην οικουμένη.

          Γιατρός, τον άρρωστο έβλεπες με μάνας τρυφεράδα
          κι αν η Επιστήμη πάσκιζε σαν άγνωρο παιδί,
          της λέξης σου η λεπτή ευωδιά και του ματιού η γλυκάδα,
          στη μητρική, τον άρρωστο, κρατούσανε τη γη.
          Κι αν ήτανε φτωχός κανείς, η πείνα μη σ’ τον πάρει
          φεύγοντας, του άφηνες λεπτά, κάτ’ απ’ το μαξιλάρι.

          Φίλος κι εφαρμοστής, στη ζωή, του ελληνικού του λόγου,
          περπάταγες σκορπίζοντας και γνώση σου και βιος.
          Κι εχθρός μονάχ’ αλύγιστος του μίσους και του ψόγου,
          σε σύμβολα έκλεινες απλά το εσώτερό σου φως.
          “Γεμώννω το τσιμπούκιμ μου καπνόν που το πουντζίμ μου,
          πυρκολοώ τζ’ αφταίννω το, λαμπρόν που το φλαντζίμ μου”.

          Δίστιχο τέτοιο να χαρούν, πολλοί δε θα μπορούσαν.
          Μα ο παπουτσής που σ’ άκουγε σαν το ’λεες κι ο ψαράς
          γροικούσαν κάτι αφάνταστο και σου χαμογελούσαν,
          κομμάτια της παγκοσμικής αγάπης και χαράς.
          Απλός και υπέροχος ανάθρεφες μια κοινωνία
          που με τις πλέον ευγενικές την έβαλ’ η ιστορία.

          Σου πήρανε το δρόμο σου, παππού! Πικρό λιγάκι.
          Μ’ αν ευνοϊκό πετύχει το τραγούδι μου καιρό,
          αυτό θε να ’ναι το δικό σου, ω γέροντα, σοκάκι,
          δικό σου κι απαράγραφτο, σαν τέμενος ιερό.
          Κι εδώ, κάτι περσότερο οι διαβάτες θα γνωρίσουν,
          πώς ελεγόσουν και μαζί, στον τόπο μας, ποιός ήσουν!

Προσευχή (απόσπασμα) του Παύλου Βαλδασερίδη

Μένω με τα στρουθιά 
και με τα χελιδόνια 
που να τα κι από κλάδο σε κλαδί πηδούν 
και πέτονται, μυριδάδες στο γλαυκό τον αέρα
και ακροβατούν στις οριζόντιες αχτίδες του ήλιου.
Μένω στη γη με τη χαρά τους που να εξέσπασε
και πέταξε και να ξεχείλισε ως τα σύνορά Σου, 
κρυγή της στιγμής που αγνοεί το αύριο 
και το χθες. 
Μένω με τα λευκά τα πρόβατα
που απ΄ τη βοσκή γυρνάνε στο μαντρί τους
δίχως βία, 
και με τη γάτα που, στιλπνή, αναπαύετεαι στον τοίχο
κοιτώντας ήσυχα, τον κόσμο, ή την ουρά της.
Μένω στη γη με τη χαρά και τη γαλήνη των ανήξερων 
γιατί ξέρω. 




Ποιητική Συλλογή: Μαγιοβότανα ( 1938) 

Πλάτρες


 
Ι

Στη λαγκαδιά παραμιλούν τα δέντρα απ’ τον αγέρα
κι απάνωθε οι γυμνές πλαγιές ακούν συλλογισμένες.
Πιο πέρα η θάλασσα τεφρή*, συννεφοσκεπασμένη
παίρνει απ’ τη δύση, πού και πού, λεκέδες σαν από αίμα.
Και δόξα της παθητικής* τού φθινοπώρου εσπέρας,

στου ταραγμένου ορίζοντα μιαν άκρη καθισμένα,
δυο σύννεφα μενεξελιά, την πλάση φοβερίζουν.



επεξηγήσεις:

* τεφρός: αυτός που έχει το χρώμα της στάχτης
* παθητικός: αυτός που χαρακτηρίζεται από απουσία

ενεργητικότητας, αλλά κρύβει μεγάλη συναισθηματική
φόρτιση  

Παύλος Βαλδασερίδης (βιογραφικά στοιχεία)

Ο Παύλος Βαλδασερίδης, (Λάρνακα 1892 - 1972) ήταν Κύπριος ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής και θεατρικός συγγραφέας.
Οι ρίζες της οικογενείας του φτάνουν μέχρι και την Κεφαλοννιά. 
Σπούδασε Φιλολογία, Θεολογία, Νομικά και Ξένες Γλώσσες στην Αθήνα και το Παρίσι. Ασχολήθηκε με το εμπόριο και έζησε πολλά χρόνια στη Γαλλία. Επέστρεψε στην Κύπρο και πιο συγκεκριμένα στη Λάρνακα, όπου ζούσε η οικογένειά του το 1941. 

Το έργο του γράφτηκε τόσο στα ελληνικά όσο και στα γαλλικά. Όταν έγραφε γαλλικά χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Paul Baldassera, ενώ στα ελληνικά δημοσιεύματα  χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο "Παύλος Βάλδας".  
Απέδωσε επίσης νεοελληνικά αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και βιβλικά κείμενα. 

Συνεργάσθηκε κατά καιρούς με τα περιοδικά "Πάφος" και "Κυπριακά Γράμματα", καθώς και με διάφορες εφημερίδες. 

Έργα του :

Ποίηση:
  • Η αγάπη της ομορφιάς (1921)
  • Μαγιοβότανα (1938)
  • Ερμής(1947)
  • Κύπρος (1972)
  • Ίδε ο Καλός Ποιμήν
Πεζά:
  • Μια ματιά στη ζωή (1924)
  • Οι αθάνατοι (1943)
Θεατρικά Έργα:
  • Μάριος (1913)
Μεταφράσεις:
  • Πλάτωνος Σοφιστής ή περί όντος λογικός (1948)
  • Ομήρου Ιλιάς (1954)
  • Ιωάννου Αποκάλυψις (1977)
Τιμητικές Διακρίσεις
  • Ιππότης του Τάγματος Γραμμάτων και Τεχνών (Γαλλία)1972

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Νέες οδηγίες ...8 Κρυμμένων Ήχων /Τσιαήλης Ρ. Χρίστος


[πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ‘ΡΩΓΜΕΣ’ εν Αθήναι, Δεκέμβριος 2008]


Πειθήνιο κάρμα των κλινών,
ευθανασία σκύλων επέρχεται, σιωπηλά
Προσοχή! στους νοσοκόμους με τα μπλε! Προσοχή!
Με πάνινα παπούτσια πλησιάζουν.
Έδεσμα θεσπέσιο ο ορός
κι αν η ένεση άηχα εξέλθει, κι από το στόμα πόσις.
Προσοχή! στο κράμα των ηλεκτρολυτών και των
βιταμινών! Προσοχή!

Νοσοκομειακό χωρίς σειρήνα,
ήσυχη απόψε η πόλις,
όλοι υγιείς,
αυξάνει ταχύτητα το αμάξι εκείνο, κόκκινο το φανάρι, κι άλλο γκάζι
το κρυμμένο κλικ της καρωτίδας που σπάει,
το ψιθυριστό αίμα που στάζει
ήσυχη η γειτονιά σου απόψε
μόνο λίγο πιο μικρή.

Πειθήνιο κάρμα της ηρεμίας των υγιών,
κίτρινο μαξιλάρι και κουμπί φωτεινού συναγερμού.
Προσοχή! στα παγωμένα ακουστικά που ψαχουλεύουν!
Προσοχή!
Στο δέρμα κυλάνε σαν χέλια,
θα βρουν στους κρυμμένους ήχους
τον κλασματικό κτύπο της καρδιάς.
Προσοχή! Στο μίγμα του ορού και του σάλιου!
Προσοχή! Προσοχή! στο κράμα των κολλημένων βράχων
και του σιωπηλού βοτσάλου στη βιβλιοθήκη σου
Προσοχή! μην στάξουν, μην κυλήσουν έτσι, χωρίς ψυχή.



© Χ.Ρ. Τσιαήλης

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ / Παγιάση - Κατσούρη Ντίνα


Εκεί στο Μενεού
θα βρίσκομαι πάντα
ένα βήμα μπροστά από σένα
καθώς θα προχωράς στο μονοπάτι
που οδηγεί στο γνωστό παγκάκι.
Θα πρέπει να σε προστατέψω
από τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες της γειτονιάς
που μπορεί να είναι οι γείτονες,
οι επισκέπτες ή και άλλοι φιλοξενούμενοι.
Θα πρέπει να φτάσεις
πνευματικά ανέπαφος στο παγκάκι
για να εξαντλήσεις εκεί
όλες σου τις δυνάμεις,
τους στοχασμούς
και τα οράματα.
Και όταν θα είσαι έτοιμος
θα καλέσουμε τους φίλους
για ουζομεζέδες.
Ντίνα Κατσούρη

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Βυρητός πολιορκημένη





Δεν μπορείς να κοιμηθείς Βηρυτό

πέφτουν μπόμπες και σου τσακίζουν τα πλευρά

μυλόπετρες αλέθουν το πρόσωπό σου

ενώ μπουλούκια από μαμελούκους τουρί­στες

χαζεύουν τις οθόνες των τηλεοράσεων

όπου πίθηκοι διαφημιστές στοιβάζονται

με πετρελαιοκάπηλους —

πού είναι οι εθελοντές του ισπανικού εμφύ­λιου

όταν γρανιτένια σκυλιά ουρλιάζουν

και κανένα τραγούδι δεν αντηχεί

ενώ προϊστορικές μούμιες κατά εκατομμύ­ρια

παίρνουν το μπρέκφαστ τους

σε πολυτελή ξενοδοχεία

δίπλα σε παραδεισένιες πλαζ —

Βηρυτός πολιορκημένη

Βηρυτός απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου

Βηρυτός της μοναξιάς του Αρη Βελουχιώτη

και της χαμένης επανάστασης

μόνη κατάμονη δέχεσαι το θάνατο

την πείνα τη δίψα τους σκοτωμούς

Βηρυτό δεν έχεις άλλα νοσοκομεία

για τα ακρωτηριασμένα παιδιά σου

και τους πληγωμένους αρχάγγελους

της ελευθερίας

Βηρυτό η Παλαιστίνη αναπνέει μαζί σου

έρχονται βρυκόλακες από το Αουσβιτς

και επιθεωρούν τη μαζική πειθαρχία

χωρίς όνειρα

ενώ στην Αγιάναπα δέκα χιλιάδες τουρί­στες

επιβλέπουν τον αργό θάνατο σου

τσαλαπατώντας το Γρηγόρη Αυξεντίου

και τους Παλαιστίνιους φενταγίν

όμως ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός

με το μαύρο παλτό του

το ξέρει πως σου λέει μεγάλα

και πολλά η τρίσβαθη ψυχή σου

ενώ το λυπημένο πρόσωπό του ρεμβάζει

το φεγγαρόφωτο της αθανασίας

και τηλεγραφεί επειγόντως

στα δυτικά προάστιά σου Βηρυτό:

       μεγάλο πράμα η υπομονή



Βηρυτός Βηρυτός είμαι μαζί σου

τραγουδώντας τη Διεθνή με το θείο Λένιν

στα Χειμερινά Ανάκτορα

είμαι μαζί σου ψάχνοντας με κλεφτοφάνα­ρο

για τους φοιτητές που σήκωσαν

μια νέα ελπίδα το Μάη του '68

και σήμερα διευθυντές επιχειρήσεων

παραθερίζουν στο Μόντε Κάρλο

Βηρυτός είμαι μαζί σου

στο θάνατο στον πόνο

είμαι μαζί σου με τα τρύπια

παπούτσια του αρχάγγελου διοικητή

Τσε Γκουεβάρα

είμαι μαζί σου εδώ τώρα

αγρυπνώντας και χτυπώντας

τα πλήκτρα των πολυκατοικιών

μοιράζοντας έστω αυτό το ψεύτικο ποίημα

είμαι μαζί σου καταγράφοντας τη δική σου κραυγή —

Βηρυτός φρικιαστικό σύννεφο

σε περιβάλλει κι οι κυβερνήσεις

μπουρδολογούν από τα ραδιόφωνα

ενώ η μοναξιά σου τριγυρίζει ανάμεσά μας

Πόλεις με χιόνι


Κοιτάζεις διαρκώς το πρόσωπό της
περνούν εικόνες μιας άλλης εποχής ασπρόμαυρες
σε τρένα και σταθμούς
πόλεις με χιόνι με κρύο και καμινάδες στην ομίχλη
οι προβολείς καθώς πέφτουν στο πρόσωπό της
σ’ αφήνουν έκθετο στο φως
κι εσύ κοιτάς το χειμωνιάτικο παλτό
με το ‘να χέρι στην αριστερή τσέπη
τα μάτια τριγωνικές σχισμές και βαθυγάλανα
στους δρόμους γύρω ένας αγέρας
τής σηκώνει τα μαλλιά
τα σιάχνει με τ’ άλλο χέρι
καθώς φυσάει μέσ’ στη νύχτα
όπως τότε στο επαρχιακό ξενοδοχείο
με τα σπασμένα παράθυρα
ήταν χειμώνας πάλι κι ο τυφλός υπάλληλος
ρωτούσε τι ώρα είναι
την κοιτούσες χρόνια αδέξιος κι ερασιτέχνης του έρωτα
στα μάγουλα στα φρύδια στο λαιμό κι ύστερα έφευγες
στις μύτες των ποδιών

ό, τι μένει απ’ τη μορφή της
λύπη του έρωτα
μέσα στη νύχτα η ομορφιά της

Στίχοι του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου

Συνήθως μετά τις δώδεκα η ώρα
όλοι έχουν φύγει
και μένω με τον εαυτό μου μονάχος

Θα προτιμούσα
να μην μέναμε οι δυο μας
γιατί όλο με ρωτάει πράγματα

«Γιατί έκανες τούτο;
Γιατί είπες τ’ άλλο;»

Φεύγοντας την επόμενη φορά πάρτε τον μαζί σας.

.....

Ξέρω πολλούς ηθοποιούς
μετά το χειροκρότημα
που πάνε στα παρασκήνια
και κλαίνε

γιατί τα κανονικά τους ρούχα
ξανά φοράνε
και τον εαυτό τους πάλι παίρνουν
αποκεί που διπλωμένο τον είχανε αφήσει.

...

Ένα φτερό τριγυρνάει
ανέμελο στον αέρα

ένα φτερό μου δίνει
μαθήματα ζωής

και αυτό δεν ξέρει τίποτα
με διδάσκει εν αγνοία του

το μόνο που ξέρει
είναι να πετάει

και δεν είναι ο αέρας
που το παραδέρνει

είναι το ίδιο που επιτρέπει
στον αέρα να το τυλίγει στη δίνη του

ένα φτερό μου λέει να πετάξω
και να ξεχάσω τα πάντα

να μη με νοιάζει για τίποτα πια

Ένα φτερό!

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Φόβ υπογλώσσιο νυχτερινό: Ποιητική Συλλογή της Στέλλας Βοσκαρίδου-Οικονόμου (μικρό απόσπασμα)

...

Κι αν στ’αλήθεια δε βρίσκετε τίποτα να πείτε
 Αν είναι αλήθεια πως δε βρίσκετε τίποτα να πείτε
 Τότε πάρτε παρακαλώ ένα κομμάτι απ’το πλευρό σας και
 πείτε κάτι μ’αυτό
 Πώς είπατε;
 Να χαραμίσετε ένα κομμάτι απ’το πλευρό σας;
 (δυνατά γέλια)
...

Μια τέτοια νύχτα θα κολλήσω τα χείλη στο στήθος σου
 και δε θα στάζει πια γάλα
 μονάχα γράμματα
δωσ΄μου το φι μαμά μου
δωσ’μου το φι να γράψω μια λέξη
 Όχι το φι μωρό μου
είσαι μικρό ακόμα

Όχι το φι.
 Μια τέτοια νύχτα
 θα σε βρω να μαζεύεις από χάμου
 όλα τα φι
 και να λες
 δεν αρκεί να γράψεις ένα ποίημα
 πρέπει τη γλώσσα να επινοήσεις
...

Είναι η αίσθησις που έχω των πραγμάτων μαμά…
Έι, κρατήστε και για μένα μια θέση στο δειλινόδεντρο!
Ουρανέ πελώριε κι άγιο ταβάνι των στεναγμών, αν είχες έλεγα έν’άστρο παραπάνω να τ’ονομάζαμε νοσταλγία…
Στο μεταξύ θα τρέφομαι από της ποίησης τον πλακούντα
Δε σε φοβάμαι, δε σε φοβάμαι, δε σε φοβάμαι, δε με φοβ…