Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΩΡΑΙΟ ΕΙΝΑΙ .....

Ωραίο είναι να ονειρεύεσαι 
για την ευτυχία όλου του κόσμου.

Ωραίο είναι να σου γελούν δυο μάτια παιδικά.

Ωραίο είναι να πετάς ψηλά σαν αετός και ήλιο να στάζουν 
οι φτερούγες σου. 

Ωραίο είναι να παίρνεις το ζεστό ψωμί από τα κουρασμένα χέρια 
της μητέρας

Ωραίο είναι να μοιράζεις το ψωμί και το νερό με τους 
φτωχούς διαβάτες και τους αιχμαλώτους 

Ωραίο είναι να σταυρώνεις το ψωμί στο φτωχικό τραπέζι 
της φαμίλιας.

Ωραίο είναι να φιλάς ενός μικρού πουλιού το πουπουλένιο 
στήθος. 

Ωραίο είναι να βάζεις γκολ το τελευταίο λεπτό του αγώνα 

Ωραίο ν΄  ανάβεις το τζάκι σου με τα σπιθίματα των 
πρώτων άστρων.

Ωραίο είναι αν ζεσταίνεις τη χούφτα σου ένα μικρό 
πουλάκι του χειμώνα. 

Ωραίο είναι να κοιτάζεις το φεγγάρι σαν ένα χρυσό χαλί κάτω 
απ΄ τα πόδια της Παναγίας.

Ωραίο είναι να χαίρεσαι με τη χαρά των αδελφών σου και 
να λυπάσαι με τη λύπη τους. 

Ωραίο είναι.....




Ποιητική Συλλογή: Τραγούδια της χαράς κι άλλα ποιήματα (Ακτή, Λευκωσία 2014) 

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Ποιήματα για την Κύπρο (γράφτηκαν από μαθητές Δημοτικού Σχολείου της Πάφου)

Η γλυκιά μας η πατρίδα 
είναι σαν μια κουκίδα. 
Το δυνατό το αγέρι 
τη λευτεριά θα φέρει. 
Κύπρος είσαι ένα νησί μικρό 
μα σε αγαπώ! 
Αχ, καημένη μου πατρίδα 
από τους Τούρκους είσαι σκλαβωμένη 
σαν ένα αιχμαλωτισμένο περιστέρι. 



Κυριακή Μιχαήλ

***


Κύπρος μου αγαπημένη 
πατρίδα σκλαβωμένη. 
Νησί γλυκό, νησί πικρό νησί βασανισμένο. 
Κοίτα με τώρα μεγαλώνω 
και αύριο σε ελευθερώνω. 

Κωνσταντίνος Γιαλλούρης


***

Έχω μια μικρή πατρίδα 
που μοιάζει σαν κουκίδα. 
Είδαμε του Πενταδακτύλου 
το βουνό να στέκεται εκεί μοναχό. 
Είδα ένα αστέρι 
που έμοιαζε σαν περιστέρι. 
Είδα μια γλυκιά πατρίδα που ήταν σκλαβωμένη. 

Νάνσυ Χρυσοστόμου 

***

Έχω μια μικρή πατρίδα 
και στη μέση σαν κουκίδα. 
Τη σκλαβιά μισάω 
την ειρήνη αποζητάω. 


Αναστασία Παπαδοβασιλάκη 

[Σε φιλώ]

Σε φιλώ
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
με τη σειρά Βορράς, Νότος, Ανατολή, Δύση
και πάλι απ’ την αρχή
τέσσερις εποχές το χρόνο
σε ταξιδεύω
πάνω σε τέσσερις ρόδες για ευστάθεια
τέθριππο καλοτάξιδο
ν’ αποτυπώνει τις στιγμές σου
σε τετραχρωμία
σου γράφω
κουαρτέτα και για τα τέσσερα είδη εγχόρδων
της συμφωνικής ορχήστρας
βιολί, βιόλα, βιολοντσέλο, κόντρα-μπάσο
σου προσφέρω
τα τέσσερα πρωταρχικά στοιχεία
νερό, αέρα, γη, φωτιά
να φτιάχνεις το δικό σου κόσμο
όχι γιατί είμαι προληπτικός
με τον αριθμό τέσσερα,
αλλά γιατί σε γνοιάζομαι
και θα μπορούσα
για ’σένα
να τετραγωνίσω ακόμα
και τον κύκλο.
(από την ανέκδοτη ποιητική  σύνθεση "ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΑΝΑΜΟΝΗΣ")

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2015

Ο αρχιτσέλιγγας


του Στέλιου Παπαντωνίου

Είναι κάτι ταινίες τώρα τελευταία στην τηλεόραση πολύ βουκολικές, πολύ του αρνιού, των βοσκών και των βοσκότοπων, ένας μεγάλος κτηνοτρόφος μεταφέρει τα αρνιά του από τον ένα στον άλλο βοσκότοπο, πράσινο πολύ να χορτάσουν ή θέσεις κυβερνητικές ν’ αρμέξουν-αν είναι αρχηγός κόμματος - γιατί ένας είναι ο μεγάλος τσέλιγγας σήμερα στην Κύπρο, ο αρχηγός του ΔΗΚΟ, που αποφασίζει και διατάζει ποιον θα ψηφίσουμε, όχι να εκλέξουμε, γιατί αυτός εκλέγει για μας πριν από μας, πήρε κι έφερε το ποίμνιο, περιστρέφοντας το χώρο του κέντρου, άνω κάτω τον έκανε, μέχρι διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία τον όρκισε να επιζητεί για λύση του προβλήματος, τον ζάλισε τον κεντρώο με τα τέσσερα ζάλα του, ούτε πεντοζάλη να χόρευε, τόσο που έμειναν πολλοί μ’ ανοιχτό το φαφούτικο στόμα, χάσκοντας, χάσμα μέγα και κατάμαυρο, τι κάνει αυτό το παιδί, από το ένα στο άλλο μαντρί μας περιστρέφει, για ποιμνιοστάσια μόνο μιλά και για αλόγατα, έτσι τα καταλαβαίνει τα πολιτικά, κτηνοτροφία ένα πράμα, αυτή είναι γι’ αυτόν η δημοκρατία, η του αρχιτσέλιγγα αρχή, και δεύτερος άντρας σ’ αυτή τη νήσο δεν υπάρχει, μας τους πάτησε το τρένο κι από κείνους που περιμέναμε… χάθηκαν αύτανδροι.
Αποφάσισε λοιπόν ο ένας και μόνος καουμπόυς, ο αιπόλος και βουκόλος, ποιος θα είναι ο επόμενος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τα αρνιά, τα κριάρια, τα βόδια, όλα τα χοιροειδή, το θεωρεί βέβαιο πως θα ακολουθήσουν το πρόσταγμα του μεγάλου αρχιποίμενα- πώς καταντήσαμε λοχία, να μας κοροϊδεύουν μέρα μεσημέρι- σκίστε τα πτυχία, τα δοκτοράτα και τα μαστορικά, μη σκέφτεστε, έλεγαν πάντα οι μεγάλοι ηγέτες, εγώ σκέφτομαι για σάς, κι αϊ γονατίστε μπροστά στην πολιτική ιδιοφυία του αιώνα, «αυτός έφα», αντίρρηση δεν νοείται, αν ανοίξετε στόμα, θ’ ακούσετε μακαρονάδες, να πνιγείτε στην τραχανόσουπα. «Άνδρα μοι έννεπε μούσα πολύτροπον», γιατί πιο πολύτροπος από το Μάριο κανείς, μας παίρνει στη βρύση κι άποτους μας φέρνει, όπως με τους μεγάλους κύκλους των συνομιλιών του τέως κεντρώου λεγόμενου και νυν σβησμένου χώρου, ελέω μεγάλου ποιμνιοτρόφου, που μάλιστα απειλεί πως και τα δυο συμπαθητικά κουταβάκια του κεντρώου εκεί θα καταλήξουν, Αναστασιάδη μεριά, αφού αυτός ηγείται του μεσοκέρατος, ως έχων το μεγαλύτερο των μικρών- όποιο μυρμήγκι ο Θεός θέλει να τιμωρήσει, του δίνει φτερά.
Η αριστερά, σου λέει ο αρχιτσόμπανος, χαμένη από χέρι, χειρότερη χοίρου η διακυβέρνησή της, θα μείνει στην ιστορία μας κατάμαυρη, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, άσχετο αν μαζί τα’ τρωγαν τόσον καιρό, κατά που λέει κι ο γνωστός μας, τώρα έγιναν οι τιμητές κι οι δημόσιοι κατήγοροι, αφού το ποίμνιό μας ερεθίζεται δερματικά στο άκουσμα της αριστεράς, ας το παίξουμε δεξιά, καιρό έχουμε να δείξουμε και το δεξί μας προγούλι, κι από κει κερδισμένοι θα βγούμε, κόμμα εξουσίας που είμαστε, κοινώς λεγόμενα τσιβίκια ή κολαούζοι.
Καλείται λοιπόν από τον αρχιβλαχοτσόμπανο του ΔΗΚΟ ο κυπριακός ελληνισμός να ψηφίσει τον άνθρωπο που έλεγε «Ναι», την ώρα που η πλειονότητα έλεγε «Όχι» στο δημοψήφισμα, τον άνθρωπο που έσπευσε να συναντήσει τον Ερτογάν να του υποβάλει τα σέβη του, τον άνθρωπο που κατάγγελλε διεθνώς τον μακαριστό Τάσσο Παπαδόπουλο για τη σθεναρή κι αντρίκεια στάση του έναντι του μέλλοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του κυπριακού ελληνισμού, τον άνθρωπο που είπε σε τελευταία ανάλυση «ναι» στη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας- και όχι μόνο- και που οραματίζεται αύριο να ορκίζεται πίστη στο σύνταγμα και διαφύλαξη της εδαφικής ακεραιότητάς της. Θεός φυλάξοι! Ο αρχιτσέλιγγας στο μεταξύ αναφωνεί: Όσοι αμνοερίφια προσέλθετε! Ουδείς κίνδυνος από τους επικίνδυνους, προπάντων τώρα που είναι δύο!

ΜΠΟΥΜΕΡΑΝΚ


Εσού που μπαίννεις στην κλεψιάν, να πιάσεις για να ζήσεις,
τζιαι με τους κόπους τ’αλλουνού, θα φάς τζιαι θα γλεντήσεις,
στο τέλος κάπου θα πιαστείς, τζιαι θα λογοδοτήσεις.
Τζιαι σου που είσαι καυκατζιής, τζιαι που τα καταφέρνεις,
να μπλέκεσαι μες τον καφκάν, τα πλάσματα να δέρνεις,
τζιαι σούνι ότι έσπειρες, πίσω στο τέλος παίρνεις.
Πάλε εάν ο σατανάς πει σου ν’ αποφασίσεις,
να κάμεις φόνον τζιαι ζωήν, πλασμάτου να στερήσεις,
η συντροφκιά σου θαν ο φος, όσον τζιαιρόν θα ζήσεις.
Θα τρέμεις φίλους του νεκρού, μπροστά σου μεν τζιαι φκούσιν,
μιαν νύχταν μες τα σκοτεινά, τζιαι με θυμόν σου πούσιν,
πως θα σου πάρουν τη ζωήν, για να εκδικηθούσιν.
Αν είσαι πάλε άνθρωπος, πουθ θέλεις τα παιδκιά σου,
τζι’εν τα λυπάται τίποτε, η άπονη καρκιά σου,
εν θάσιεις πλάσμαν να σε δει, μετά στα γεραδκιά σου.
Για τούτον τα μηνήματα, που τουν τους στίχους πιάσε,
τζι’ όπου τζι’αν είσαι πας την γην, όπου τζι’ αν τύχει νάσαι,
μακρά από το άδικον, τζιαι πάντα να θυμάσαι.
Τα έργα μας που κάμνουσιν, πλάσματα να πονούσιν,
να ξέρουμεν σαν μπούμερανκ, ούλα εν να στραφούσιν,
αλύπητα τζιαι άπονα, πάνω μας να χτυπούσιν.
Χαμπής Αχνιώτης

ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΕΡΩΤΑ


΄Ενα κομμάτι έρωτα
Αφημένο στο τραπέζι με το σπασμένο πόδι
Με μισές δαγκωματιές κάτω απ΄την κρούστα 
Ψίχουλα λόγια
Απομεινάρια από χέρια παρήγορα
Γλώσσες φτωχές από αίμα και στάχυ καρπού γινωμένου
Και σαν τρίζει το πόδι το ανάπηρο
΄Ιδια με πόρτα που΄χει ξεχάσει
Ο καιρός το σκουριασμένο χάδι του
Γέρνει ετούτο το μερίδιο
Προς τη μεριά με την πιο κόκκινη καρδιά
Με την πιο κόκκινη επίστρωση
Ενός φθαρμένου ξύλινου υποστρώματος
Από ΄ να ενδεχόμενο κρατιέται
Από΄να του καιρού μαϊστράλι
Η αναπλήρωση
Ε.Α.Φωτιάδου , « Ο κύκλος ενός τετράγωνου έρωτα», Εκδόσεις Πήλιο 2012

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Τα μάθκια του αστρονύχτη

Μελετίου Μιχάλης 

Κάτω στον αψηλό γκρεμό
δίπλα στο περιγιάλι
προψές επία μανιχός
με δάκρυα καπάλι.
Τζ’ εσκέφτηκα να πεταχτώ
σε σκοτεινό σεργιάνι
γιατί με πίκρανες πολύ
μ’ αυτά που μου ‘πες πάλι.
Μου ‘πες πως έν έχω εγιώ
καλή στον ήλιο μοίρα
τζ’ εσύ πως εκαλόμαθες
να σε αλείφουν μύρα.
Είπες μου λόγους φοβερούς
με απονιά ζωσμένους
τζ’ ύστερα με πολόγιασες
σαν τους καταραμένους.
Μα ‘γιω κορού μου στάθηκα
στις άκρες του θανάτου
τζαι κοίταξα τα νιάτα μου
τζ΄ είδα τα ριζικά του.

Α δεν με θέλεις όμορφη
τζαι μάθκια τ’ αστρονύχτη,
της νύχτας της αφέγγαρης
το φωτεινόν το δίχτυ,

τζ’ αν ε γιατί εγιώ ‘ν εχω
που τα καλά τα μύρα,
έβγα της πόρτας της καρδιάς
τζαι θάφτου μες το μνήμα.
Θάφτου μα μεν ξεβείς ποτές!
ξανά μες τα ‘νειρά μου
γιατ’ οι γκρεμοί εν πάντοτε,
για μεν τα ριζικά μου.

Στις στράτες είδα το κακό

Μελετίου Μιχάλης 

Στις στράτες είδα το κακό
τζαι πόνον στα καντούνια
φοέρες τζαι θανατικά
τζαι μίση που την κούνια.
Κανέναν δεν εγνώρισα
με γνώμες καλοσύνης
ούλλοι τους είχαν πρόστυχα
μυαλά παραφροσύνης.

Ποτές μου δεν εζήλεψα
την πίττα που το μέλι
γιατ’ ήξερα πολύ καλά
πως ήτουν προδομένη.

προτίμησα την μοναξιά
τον τίμιον αγώνα
τζαι στου Θεού ακρώννουμουν
υπακοής κανόνα.
Γαίματα είδα κάμποσα
τζαι χίλιους σκοτωμένους
μα μόνον έτσι έμαθα
της γης τους αντρειωμένους.
Έζησα μέρες άνηλιες
τζαι βράδια μουρρωμένα
που γύρευκες να δεις πουλιά
μα ήταν κουρρωμένα.
Ελάλες πως ετέλειωναν
οι μέρες σου δαπέρα
τζαι σίουρα εν προχωρά
η ζήση παραπέρα.

Μα πάντα κατ’ εγένετουν
τζ’ έβρισκα την υγεία
γιατ’ είχα μέσα στην καρκιά
Χριστόν τζαι Παναγία.

Αυγοτοιχομαχία

του Μιχάλη Μελετίου
Ειμ’ εγώ λεξουλοπλαθομπίχτης
μα κι όψιμος ευτραπελοαλγοπνίχτης.
Ειμ’ εγώ ιλαροτραγωδιοποιός
για ‘σένα όμως φάρος κι οδηγός.
Κουνουπομελισσόσφηκα το ποίημα αυτό,
να το γράψω ήθελα από καιρό.
Την οργή να διώξω άνωθεν
και εξηγούμε αμέσως κάτωθεν:
Έλληνα περνιέσαι ως γνωστόν
πως δρας με τ΄αψηφολογικοθυμικόν.
Έλληνα εσύ σκουντουφλοπέφτουλα
και κουτομυαλοψεύτουλα.
Φίλε μου τάχα ηθικοταγμένε,
στ’ αλήθεια όμως οδοντονυχοκαλοβαλμένε.
Έλληνα εσύ αυταδελφοκακόφρονε,
και λίαν προστυχοτσεπόφρονε.
Των άλλων μεγαλοπαράφρονας
και κοσμοδοξασμένος,
στ’ αλήθεια όμως άφρονας
και τρισκαταραμένος.
Σ’ όλους λοιδορομίσητος
και πάντοτε ριγμένος,
κατάντησες αγάπη μου
στον βούρκο βουτηγμένος.
Στους ξένους σκύλους γίνεσαι
ευθύς συγχωροχάρτι.
Σε ‘μένα όμως γίνεσαι
το σάπιο το κατάρτι.
Κύων και λέων γίνεσαι
στ’ αδέλφι σαν ορμίζεις·
τις σάρκες και τα κόκκαλα,
αλλήθωρα του σκίζεις.
Ανάθεμα σε φάτσα μου
και στραβομαναδελφοράτσα μου.
Με ‘σένα πάντα μένω εδώ
Μ’ ανάστα, πόλεμο και μ’ εμπαιγμό.
Έλληνα μου,
Κλείνω προς το παρόν εδώ.
Κέφι δεν έχω πια εγώ.
Καθόλου δεν αλλάζεις…
Μια ζωή θα μας
Τυφλοσκοινοβατοκουτρουβελολυκοβελάζεις

Οι χαρακιές της λύπης


Τις λάτρεψα τις νύχτες με φεγγάρι
που ξαγρυπνώντας γνώρισα
το απροσμέτρητο της αγάπης σου.
Την αλήθεια σου ιχνηλάτησα
ακολουθώντας τις σιωπές
των μυστικών πτυχών σου.

Τις χαρακιές της λύπης σου
αφουγκράστηκα
κι έγινε λάμψη ο κόσμος.
Εύα Νεοκλέους,Σημάδια για το δρόμο

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Ώρα Μηδέν


Τα πάντα νεκρά, τα πάντα άβυσσος,
ασύνορη κακία τώρα πλανάται στον κόσμο.
Κόκκινη βάφεται απ’ το αίμα η βροχή,
η κραυγή της αθωότητας πνίγεται, χάνεται,
το παιδί δεν μπορεί ν’ ακούσει πια τη Μάνα.
Οι καλοί δίχως ελπίδα καμιά,
ενώ οι κακοί ηδονίζονται από την ένταση του πάθους
και τη μυρωδιά της νεκρής σάρκας.
Σκιές ορνέων έχουν σκεπάσει τον ήλιο
έχουν σώμα ανθρώπου κι άδειο βλέμμα,
σαλεύουν με γρήγορες φτερούγες
και φέρνουν πάλι το σκοτάδι,
κι ας λένε πως πριν δυο χιλιάδες χρόνια
γεννήθηκε το Αιώνιο Φως.

Του Γληόρη Αυξεντίου

του Δημήτρη Γενεθλίου 

Ένας λεβέντης Έλληνας, της Κύπρου που τη Λύσην,
επλάστηκε να πολεμά, π’ Ανατολήν ως δύσην.

Πολέμαν για ιδανικά, αξίες τζαι έναν τάμαν.
Τάμαν που ‘τουν αιώνιον, Ένωσην με την μάναν.

Με την Ελλάδα μάνα μας, είχαμεν ποθημένον.
Να κάμουμε την Ένωση, πράμαν ευλοημένον.

Έτσι ο Γληόρης έβκηκεν, στου Μασχαιρά τα όρη.
Τζαι φώναξεν περήφανα, Κύπρος Λεβεντοκόρη.

Ένας προδότης είδεν τον, στο σπήλιον του που μπαίνει.
Τζαι επήεν τζαι μολόησεν, εφτείς παμόν δεν παίρνει.

Οι σχύλλοι τον εβρήκασην, εις το κρησφύγετον του.
Τζι είπαν του να παραδοθεί, τζαι έπκιαν τον ο θυμός του.

Εθύμωσεν τζαι είπε τους, όπως τον Λεονίδαν.
Μολών Λαβέ τζαι έσυραν του, μιαν χειροβομβίδαν.

Πρώτα ετραυματίσαν τον, τζι ύστερα αποφασίζουν.
Αφού εν παραδώννετε, λαμπρόν του πυρκολίζουν.

Έκρουσαν τον τζαι έκαμαν τον, κάρβουνον τον Γληόρην.
Αμμα έφυεν περήφανος, για των ηρώων πόλην!

Τζαι που ψηλά τωρά θωρεί, την Κύπρο σκλαβωμένη.
Που τζείνος εσκωτόθηκεν, για να ‘ν’ λευτερωμένη. 


Τα κόκαλα του τρίζουσην, που βλέπει τα κακά μας.
Που βλέπει πως εχάθησαν, τζειν’ τα ιδανικά μας.

Πολέμησες σκοτώθηκες, για μιαν ελευθερίαν.
Τζαι τούτοι σε προδώννουσην, με μιαν ομοσπονδίαν.


Το Ημιτελές Ποίημα (απόσπασμα)

Γιώργος Μολέσκης 

ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ
Στον Χρίστο Χατζήπαπα
Τόσα χρόνια μέσα στο πηγάδι
κι ούτε μια χούφτα νερό να τους δροσίσει,
ούτε ένα δάκρυ πόνου να τους ράνει,
μήτε ο ήλιος να τους αγγίζει μήτε η βροχή,
μόνο ο χρόνος να τους τρώει τη σάρκα
και τα κόκαλα να πριονίζει.
Κάποτε ένα φίδι,
κάποτε ένα τρωκτικό
και τα υπόγεια σκουλήκια.
Λίγες σταγόνες βροχής σε βροχερούς χειμώνες
και μια ηλιαχτίδα τη μια και μοναδική
μεγάλη μέρα του θερινού ηλιοστάσιου
να τους επισκέπτεται.
Τίποτε άλλο.
Μήτε χόρτο χλωρό,
μήτε λουλούδι,
μήτε άρωμα.
Τόσα χρόνια τώρα
να χρεώνουν τους ζωντανούς,
να χρεώνουν τον τόπο
και να χρεοκοπούμε όλοι μας.
Ιούλιος 2010

ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ
Σε κάθε πόλη υπάρχει μια αγάπη που έφυγε,
ένας έρωτας που εξατμίστηκε, ένας φίλος
που χάθηκε και δεν απαντούνε τα τηλέφωνά του,
ένας δρόμος με σβησμένο τ’ όνομά του.
Υπάρχει ένα παγκάκι μ’ ένα φιλί
πεταμένο πλάι του πάνω στο χώμα,
ένας δρόμος που κόβεται στα δυο
και δεν σμίγει πια με τίποτε,
ένα δωμάτιο όπου ένα λουλούδι
στέκει ξερό μέσα στη γλάστρα.
Σε κάθε πόλη υπάρχει μια ξεχασμένη μουσική
που αιωρείται σαν φύλλο στον αγέρα,
γεύσεις και μυρωδιές κι αρώματα,
αίμα, δάκρια και τύψεις.
Υπάρχουν δυο στίχοι που πετιούνται ξαφνικά
απ’ τη γωνιά της μνήμης
και παίρνουν τη φωνή και το νόημα άλλων ημερών,
ένα κομμάτι του εαυτού σου
που σου φωνάζει από μακριά,
που σε καλεί να επιστρέψεις.
Μα το ξέρεις,
δεν έχεις τρόπο να επιστρέψεις,
δεν έχεις πού να επιστρέψεις.
Οκτώβριος 2010

ΑΓΟΥΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
Στις μνήμες των παιδικών μου χρόνων
μεγάλο μέρος κρατούν οι γεύσεις
άγουρων πραγμάτων:
η ξινή του σταφυλιού,
η στυφή του φοινικιού,
η πικρή της ελιάς,
η ανεκπλήρωτη της φιλίας,
η μονομερής της αγάπης,
η αλμυρή του θανάτου.
Και η μυρωδιά της μεγάλης βροχής,
που ξεθάβει μέσα από το χώμα
κομμάτια αγαλμάτων και κόκκαλα νεκρών,
σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ
Στον ποιητή Τόλη Νικηφόρου
Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο.
Μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
και τρέφουνε το λόγο του.
Αλλά τι το ήθελες εκείνο το Σαλιχλί
– τόπο χαμένο μες στη Μικρασία –
να μου θυμίζει τη δική μου Λύση,
τη χαμένη μέσα στη Μεσαορία…
Εκεί οι ψυχές των θαμμένων μου προγόνων
γυρίζουν σαν εικόνες διάφανες μέσα στο φως,
σαν μουσικές μες στον αγέρα,
κυκλοφορούν σε τόπους που στέκουνε βουβοί
μες στην ομίχλη του χρόνου.
Τη φυγή στο όνειρο αναζητώ
και τα περασμένα χρόνια
μες στο όνειρο τα ζωντανεύω.
Περπατώ μέσα σ’ ένα κόσμο
που είναι την ίδια στιγμή
παρελθόν, παρόν και μέλλον,
αύρα θαλασσινή, ήχος από αόρατο κύμα,
δάσος από ανθρώπους,
πράγματα και μνήμες….
Πέφτει βροχή
και κάνει να φυτρώνουνε μες στην ψυχή
λουλούδια χρόνια ξεχασμένα,
που μονάχα μ’ ένα μυστικό αλφάβητο χρωμάτων,
ήχων και αισθήσεων μπορείς να τα διαβάσεις.
Και όλα προχωρούν για να διαλυθούν
μέσα στο φως ετούτο
που κι εμείς θα γίνουμε μια μέρα.
Νοέμβριος 2010
`

[Χωρίς πολιτείες..] / Λεοντίου Παύλος

Χωρίς πολιτείες πού η μουσική, 
χωρίς πολιτείες πού ο θρήνος, 
πού ο θάνατος και πού τα δάκρυα 
χωρίς πολιτείες; 

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Εύας Νεοκλέους «Σημάδια για το δρόμο»


Ζητείται Πατρίς


Πυκνή κίτρινη
αφρικανική σκόνη
σκεπάζει τον ήλιο
σε μια πατρίδα
χωρίς ουρανό
Κι εμείς
ενδοτικοί σπουργίτες
αναμεταδίδουμε
φλυαρίες χελιδονιών
και λοιπών αποδημητικών
για δήθεν ερχομό
της άνοιξης

ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΙΜΑΚΛΙΩΤΗ
ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΕΓΓΥΣ, ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ 2014

ΜΑΣΚΑ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ

Το ποίημα αφιερώνεται 
στο ορφανό που ξαγρυπνά 
στον τάφο των γονιών του
 και στο παιδί της Συρίας 
που ξέβρασε η θάλασσα 
όταν η οικογένειά του 
το πάλευε από Τουρκία 
να φτάσει στην Κεντρ.Ευρώπη. 


Ως ηθοποιός σάς κολλώ με κερί φτερούγες, 
στο καμαρίνι μηρυκάζω ώρες, βλέπω ειδήσεις,
λύνω σταυρόλεξο θηρεύοντας πράσινα άλογα.
Σπουργίτης ραμφίζει το τζάμι να δω στην τηλεόραση
το παιδί στα ερείπια μπρος στις σάρκες των γονιών
το άλλο του μετανάστη που το ξέβρασε η θάλασσα.
Στο σταυρόλεξο, ένα οριζοντίως, γράφω: ‘τραγωδία’.
Πώς μπορώ να ταυτιστώ με το δράμα ενός παιδιού;
Αν τμήσω το δέρμα ως το κόκαλο; Ως το μεδούλι;
‘Μπαίνει στο σφαγείο, δεν ματώνει’, με ρωτά καθέτως
το δύο. ‘Ηλιαχτίδα’, απαντώ μεσ’ απ’ το σκοτάδι μου.
Ηθοποιός. Ποιο ήθος ποιώ; Στέκω, δεν παραστέκω,
η μάσκα έχει προθεσμία λήξης, το παιδί ξαγρυπνά
στον τάφο των γονιών, το άλλο κοιμάται στην ακτή.
Δέκα καθέτως: γράφω ‘υποκριτή’. Για μένα !
Το ψέμα ντρέπεται για τα χείλη μου που το είπαν,
η αλήθεια μού αφαιρεί τη μάσκα και με ανακρίνει
πώς δολοφονείται η αλήθεια, γιατί το λάδι πίσσωσε!
Τη μάσκα μου ας καταπιώ που κατάπιε το κενό, έτσι
ίσως φτάσω ο βραδύς την Ιστορία που προβαδίζει.

.
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
Από την ανέκδοτη Ποιητική Συλλογή «ΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ»

Εν τζι έν’ καθόλου εύκολο / Άθως Χατζηματθαίου


’Εν τζι έν’ καθόλου εύκολον να πεις το σ’ αγαπώ
’εν τζι έν’ μια λέξη μανιχά να την εξίστομίσεις
πρέπει ν’ αφταίνει στην καρκιάν, μάθκια μου, το λαμπρόν
... τα σωθικά να κρούζουσιν τζι ύστερα να συντύσιεις.
Το σ΄αγαπώ αντάν να πεις τα σιείλη σου θα τρέμουν
τζιαι μες στα στήθκια η καρκιά εννά φτεροπετά
’εν τζι έν’ μια λέξη να την πεις, πέρτικα μου, τ’ ανέμου
’πού την αυκήν στο δειλινόν τζι αλλού να ξωδικλάς.
’Εν τζι έν’ καθόλου εύκολον να πεις το σ’ αγαπώ
Αν δεν σου δείξει η καρκιά του έρωτα σημάδκια
Το γαίμαν να ’ν’ πυρούμενον στες φλέβες σου λαμπρόν
’πού τον καμόν να τρέχουσιν τα δάκρυα ’πού τα μάθκια.



[Σαν δάκρυ πρωτοβρόχι]

Σαν δάκρυ πρωτοβρόχι
στα κυκλάμινα μου όνειρα
και σαν θάλασσα
μ’ όνειρα κοράλλια και ναυάγια
στο μενεξέ βυθό της
σε νιώθω και σε καταγράφω
ιχνογραφώντας
με τα πιο φωτεινά χρώματα
όλες τις μέρες σου
όλες τις νύχτες σου
κι όλες τις εποχές σου.
Να βυθιστώ και να φτάσω
μέχρι τ’ άδυτα της ψυχής σου
να εξερευνήσω
τον άγνωστο ψι και τον άγνωστο χι της
να τραγουδήσω σ' όλες τις μουσικές κλίμακες
το ύψιλον και το ήτα της
και το τραγούδι μου ν' ανοίξει
τα κλειστά παράθυρα των άστρων.



 (από την "ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΑΝΑΜΟΝΗΣ")

ΣΑΒΒΑΤΙΑΤΙΚΗ ΕΞΟΔΟΣ


Ο θόρυβος των αυτοκινήτων
Οι φωνές του δρόμου
Οι αργόσχολες κουβέντες 
Οι χαμηλές πτήσεις
Η σιωπή της γειτονιάς
κεντημένη στις χλομές κουρτίνες
΄Ενα ραδιόφωνο που παίζει τη ρετρό του μουσική
για να θυμάσαι
τα παιδιά σου που δεν έκλαψαν
όταν γεννήθηκαν νεκρά
΄Ολα καρφιά στην πόρτα σου
για να κρεμάς τη σαββατιάτικη έξοδό σου


Ε.Α.Φωτιάδου « Η Λίμνη των Κύκλων», Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2014

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Απομαγνητοφώνηση (1978) Τέσσερα ποιήματα

ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΝΟΗ
Πέρασα μέσα από μια κόλαση φωτιάς
τα μετρό δεν έχουν φτάσει στη χώρα μου
κι έτσι μου είναι δύσκολο
να τραγουδώ χωρίς λόγο
κάποιος μέσα μου αποπατεί
ανθοδέσμες μουσικές προκαλεί
μιαν έκρηξη γέλιου
κι ύστερα φεύγει.
Αυτοί που έχτισαν τους καταυλισμούς
αποκοιμήθηκαν μέσα μου
τους κουβαλώ κάθε μέρα στη δουλειά
στον ύπνο στους απογευματινούς περιπάτους
στα εγκαίνια των εκθέσεων
στα σινεμά στις υπουργικές
εγκυκλίους στις συνεδριάσεις της βουλής
στις στήλες των εφημερίδων.
Αυτοί που έχτισαν τους καταυλισμούς
απομαγνητοφώνησαν και τη φωνή μου
τεμαχίζουν τα λόγια μου
κομμάτι κομμάτι μ’ αποσυνθέτουν
προσπαθώντας να πλαστογραφήσουν
και τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα ακόμη
ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ
Τρέχω πάνω απ’ τα κύματα
σύννεφο γλάρος και μπόιγκ
η θάλασσα μέσα μου γαλάζια
μουσική συμφωνία
κυλάει στις φλέβες μου
πλεούμενα κορνάρουν
και μαζούτ ρίχνονται
μέσα της μέσα μου
χωρίς σειρήνες και μέδουσες
η θάλασσα νάιλον πυρπολημένη
ανάμνηση κι ο Οδυσσέας
να βγάζει το παντελόνι του
και να πέφτει με μαγιό
τελευταίας μόδας στο κύμα.
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ
Στο πίσω μέρος το ποτάμι
μαζί του κατέβαιναν
μικροί σκελετοί
επίδεσμοι σπασμένα κάδρα
της μητέρας και σαρείδια
που στοιβάζονταν σ’ ένα τούνελ
αέρινο – μέσα πετούσαν
βολβούς μουσικές ξεχασμένες
παλιά βιβλιάρια καταθέσεων
τσαλακωμένα απ’ την άσκοπη χρήση
τόσων χρόνων —
Ύστερα ανοίγουν τα παράθυρα
χορεύουν τα πράγματα στο φως
κι οι νέες γυναίκες απλώνουν
τα χέρια τους σε πουλιά
καθισμένα στις λεύκες
μια αδιόρατη κίνηση
σχεδόν καλπάζουσα μέσα στον χρόνο.
ΝΕΦΕΛΗ
Ποια μπόρα σ’ έχει ρίξει
μέσα μου
και χρόνο με τον χρόνο ριζώνεις
πιο βαθιά στην κάθε μου ίνα
στο κάθε αιμοσφαίριο μου-
τραγούδι δαιμονισμένο
ανάγλυφη πληγή η αφή σου
στροβιλιζόμενη σκέψη
επίμονα με καθηλώνει,
το πείσμα σου
κάθετος βράχος
που ρίχνεται μέσα στη θάλασσα
τα μάτια σου σε διαστολή
κάτω από κραδασμούς ηλεκτροσόκ
ενεδρεύουν αδυσώπητα
και θλιμμένα το σκοτάδι*
προσποιούμαι τον ανήξερο
ένας αδαής σαλτιμπάγκος
κι η διεισδυτικότητά σου
με ξαφνιάζει –
ουρλιάζω στην ανυποψίαστη αίσθηση
της απουσίας σου,
κάτω από αψίδες μιας άχρονης
ελευθερίας μετακινείσαι και
μετατοπίζεσαι μέσα μου κορίτσι
κάτω απ’ τις λεύκες αυλής
ερειπωμένου σπιτιού μεταλλάσσοντας
το σκοτάδι, σε φως
την οδύνη σε τραγούδι
κρατώντας τα χρόνια της εφηβείας σου
κάτω απ’ το χώμα
σε λήκυθο υπόγεια
να τρέχει το αίμα σου
στις φλέβες μου μέσα.

Ποιήματα (1975) (απόσπασμα)

του Ζαφειρίου Λεύκιου 

Η ΠΟΙΗΣΗ
Η ποίηση είναι ένας κήπος
γεμάτος πουλιά,
τραγουδάει τον έρωτα
τον Μιχάλη την Άννα.
Η ποίηση είναι το σπίτι
που χωράει μέσα όλο τον κόσμο.
Μα όταν η ελευθερία χάνεται
η ποίηση γίνεται
σπαθί και ντουφέκι.
ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ
Ξερίζωσε από μέσα μου όλες τις λέξεις
δώσε τους μια όποια σημασία
κι ύστερα προσπάθησε να τις βάλεις πάλι
με μια δική σου τάξη μέσα μου.
Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω
την ελευθερία ελευθερία
τον φόνο φόνο
την ενοχή ενοχή
μ’ ένα πείσμα τρελού που σκαλίζει
στον τοίχο τ όνομά του
με τα νύχια.
ΕΔΩ ΠΟΥ ΦΤΙΑΧΝΑΜΕ
Εδώ που φτιάχναμε τους χαρταετούς
και παίζαμε κρυφτούλι
Εδώ που ακινητούν τα δυο κομμένα χέρια
αναζητώντας τον επίμονο άνεμο
το πνιγμένο περπάτημα του μικρού παιδιού.
Εδώ που τελειώνουν τα ταξίδια των καραβιών
πάνω στη λευκή άμμο της αποδημίας
των νεκρών με το μαντήλι της άνοιξης.
Εδώ που θρυμμάτισε τα όνειρά της
η απουσία των ανθρώπων,
θα έρθει η ώρα της αναχώρησης.

Ζαφειρίου Λεύκιος (βιογραφία)

Ο Λεύκιος Ζαφειρίου γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1948 στη Λάρνακα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει στο Εσπερινό Γυμνάσιο Λευκωσίας. 

Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές 
  • "Ποιήματα" (1975, 1977), 
  • "Σχεδόν μηδίζοντες" (1977), (κρατικό βραβείο ποίησης)
  • "Απομαγνητοφώνηση" (1978), 
  • "Ο μιγάδας άγγελος" (1980),
 το πεζογράφημα "Οι συμμορίτες" (1982/ κρατικό βραβείο μυθιστορήματος)
και τη μελέτη "Η νεότερη Κυπριακή Λογοτεχνία: γραμματολογικό σχεδίασμα" (1991). 
Επιμελήθηκε την "Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης" (Αθήνα 1985). Ποιήματα, κείμενα και μελέτες για τη λογοτεχνία δημοσίευσε σε πολλά περιοδικά, συλλογικές εκδόσεις, πρακτικά συνεδρίων. Μετείχε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού "Σημείο" (Λευκωσία 1992-1999), καθώς και στην έκδοση των λογοτεχνικών περιοδικών "Ακτή" και "Ύλαντρον".

την βιογραφία του την αναγνώσαμε στην σελίδα: 
 http://www.biblionet.gr/


άλλα έργα :
(2011) Ποιήματα 1964-2010, Γαβριηλίδης
(2009) Οι συμμορίτες, Γαβριηλίδης
(2007) Η θλίψη του απογεύματος, Μεταίχμιο
(2006) Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου (1792-1869), Μεταίχμιο

Ο πενταδάκτυλος

Ο Πενταδάκτυλος αναπνέει 
στο δικό μου ρυθμό
έγινε ένα με τους δικούς μου παλμούς 
ανακατεύτηκε μέσα μου
και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις 
τον Πενταδάκτυλο απ΄ τον εαυτό μου 
το αίμα του απ΄ το δικό μου.
Κι έτσι συμπορευόμαστε συνυπάρχουμε 
ο Πενταδάκτυλος το βουνό 
κι εγώ ο άνθρωπος. 

σχεδόν μηδενίζοντες 1977

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Ήταν καιρός...



Ήταν καιρός...
η πανσέληνος του Ιούλη
παίρνει εκδίκηση.
Κάπου εδώ ο χρόνος σταματά.

Ήταν καιρός…
Στάζει η πίκρα
και κακοφορμίζουν οι πληγές
φρούδα ελπίδα η επούλωση.

Ήταν καιρός…
Μέρα σημαδιακή των απαρνήσεων
ποιος πλήρωσε και ποιος θα δώσει λόγο…
Κάπου εδώ το πλήρωμα του χρόνου.

Εδώ του φεγγαριού το φως αγρίεψε.
Ήταν καιρός...

Ποίηση



Δε χρειάστηκε και πολύ…
Μοναχά το μένος της αθωότητας
μέσα από τα τεράστια μάτια σου
που μεταμόρφωναν τον κόσμο.

Ποίηση μονάχα οι σιωπές
καθώς ο χρόνος σταματά
και λαχταράει.
Ποίηση οι αιχμές των ονείρων μας
μες τη σοφή απεραντοσύνη
του κάλλους.

Ποίηση μονάχα εσύ.
Κι ας μην το ξέρεις.
 

Ενόραση


 
Ενόραση

Αιώνες περπάτησα γυμνή
ανάμεσα στις φυλλωσιές του Αυγούστου
και τις πηγές που δεν στέρεψαν.

Αιώνες ξεδιάλυνα των μαντείων τ’ ανερμήνευτα,
ξέροντας πως οι ανακατωμένοι αέρηδες
ήταν η ίδια η ζωή.

Τα καμώματα των καιρών πληθαίνουν
-μοίρα του ανήσυχου Ιθακήσιου-

Αιώνες αγρύπνησα
να ανιχνεύω τα σημάδια
από ήχους άλλων ουρανών…

Αιώνες χαράχτηκα
με το λευκό των γιασεμιών
σε αυλές με το αγιόκλημα της λύπης.

Ανήσυχοι


θα καταθέτουν
πανσελήνους
οι αιώνες μου.


Εύα Νεοκλέους,Σημάδια για το δρόμο,Ακτίς 2015

Ο ΒΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ


.
Ξένος στρατιώτης νόμισε σου έλιωσε το κρίνο.

Μόνο τ’ όνειρο μάτωσε, το γλυπτό σου ακέραιο
το σμίλεψε άγγελος, λάμπει αγνό άφθαρτο δίκαιο
και σε ανασύρω απ’ το χώμα, άγαλμα πονεμένο,
σκουπίζω τα μάτια και το στόμα σου, τα φιλώ,
με τα δάχτυλά μου φτιάχνω χτένα, σε χτενίζω,
έλα, πάρε το στήθος μου σύντροφο μαξιλάρι
απάνω να κυλάει το μάγουλό σου σαν αυγή.

Μην κλαις, ο Θεός δακρύζει βροχή και σβήνει
τους κύκλους που ένα κοτρώνι όρθωσε στη λίμνη,
έλα, φυτρώνουν ρόδα μυρίπνοα για την πληγή σου.
Όσο για μένα νιώθω να είμαι τα υποδήματά σου,
κρατώ τα πέλματά σου να περπατούν με θέληση,
λιώνω στη σκόνη όμως τα πόδια σου σφιχτά φιλώ
κι αγαπώ τη θλίψη, τους τραυματίες, ό,τι σκύβει
και μου μοιάζει, σαν βαδίζουμε δέρμα το δέρμα.

Αν το χαμόγελο χάσεις, πάρε απ’ το δικό μου,
έλα, πιάσε το ακατόρθωτο να θυμηθείς το αύριο:
όσα λέμε, σκεφτόμαστε και κάνουμε. Τη ζωή σου
ρίχνουν σε κοπριά και φυτρώνει χυμώδης, καθάρια.

Σ’ αγαπώ, άρα υπάρχεις, πάει να πει συνυπάρχω,
σαν γλύπτης που είδε στην πέτρα τη μορφή σου.
.
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
Από την ανέκδοτη Ποιητική Συλλογή «ΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ»

Σ' ΑΓΑΠΩ ΜΕ ΙΔΙΑΙΤΑΤΟ ΤΡΟΠΟ


Σ’ αγαπώ με ιδιαίτατο τρόπο, κάθε μόριό σου,
έχω χέρια πολλά, να σε κρατώ, να σ’ ορθώνω,
μάτια πολλά, να βλέπω μη κάτι σου λείψει,
έχω αυτιά πολλά, ν’ ακούω τον ρυθμό σου,
χέρια πολλά, να χαϊδεύω το ψηφιδωτό σου,
πόδια πολλά, να σε τρέξω όταν ορρωδείς,
κι ανάπηρος ακόμη θα σερνόμουν σε σένα,
αν ο Άδης σ’ αρπάξει, του παίζω λύρα ορφική, *
να δακρύσει, να σ’ αφήσει κοντά μου να ’ρθεις,
ξανά ο ένας γλυκός ψίθυρος στ’ αυτί του άλλου.
Το να αγαπάς είναι ζήτημα ζωής και ζωής.


Αν σ’ αδικήσω φτύσε με, φώναζέ με ληστή,
αν με αδικήσεις, η αγάπη μου συγχωρεί,
κι ας μη σωθώ, αν πρώτα εσύ δεν σωθείς,
σαν μοιράζει τα σωθικά της η αγάπη γεννά,
χωρίς αυτήν ο Θεός δεν έχει όνομα ούτε μιλιά.
Δικάζουν την αγάπη μας; Σε προασπίζομαι,
όπως ο Περικλής την Ασπασία στη δίκη της **
ολοφυρόμενος. Σ’ αγαπώ με ιδιαίτατο τρόπο.

Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης, 


* Όταν ο Ορφέας έχασε τη γυναίκα του Ευρυδίκη, από δάγκωμα φιδιού, έπαιξε λυπητερά τραγούδια με τη λύρα του και τότε οι θεοί οι νύμφες και ο Άδης δάκρυσαν και ο Άδης επέτρεψε στην Ευρυδίκη να επιστρέψει με τον Ορφέα πίσω στον κόσμο.
** Ο μεγάλος ηγέτης των Αθηνών Περικλής, υπερασπίστηκε μόνος στο δικαστήριο, ολοφυρόμενος και με δάκρυα, την αγαπημένη τη Ασπασία, που την κατηγορούσαν για ασέβεια, η οποία τελικά αθωώθηκε.