Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Ειμαστε Έλληνες


Δεν είν’ η πρώτη σας φορά που μας πουλήσατε.
Το ’χετε ξανακάνει, χρόνια πριν, σ’ άλλους αιώνες,
όταν μας ξεπουλούσατε στους Πέρσες
Και όμως ζήσαμε. Κι αντέξαμε σκλαβιές και κούρσα,
τα φέραμε δεξά με την αναβροχιά και την ακρίδα
Είμαστε Έλληνες. Δεν καρτερούμε τίποτα,
τώρα μας ρίξατε στους Τούρκους
το αίμα πότισε πλούσο τη γη
κι αλυσοδέσανε βαριά τον Πενταδάχτυλο.
Είμαστε Έλληνες. Δεν καρτερούμε τίποτα,
τίποτα απ’ την Αθήνα. Είμαστε Έλληνες,
Έλληνες του πικρού καιρού
και της Απελπισίας.
(Ο Δρόμος της Ποίησης, Β´, 1976)

"Λευκωσια, βραδι 15.7.74"


Δεν είναι η Λευκωσία απόψε
η πόλη του γλυκού καλοκαιριού,
του δειλινού π’ άναβε τ’ άστρα,
αυτή που ξέραμε ως εχτές
που πίναμε σ’ ένα ποτήρι τη δροσιά της.
Απόψε στα στενά παίζουν τον θάνατο
κάθε γωνιά φωτιά κι αγώνας.
Η Λευκωσία απόψε πολεμά
και πέφτει.
(Ο Δρόμος της Ποίησης, Β´, 1976)

Το αλφαβητάρι της μνήμης (απόσπασμα)

Το Α 

Η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού
κι η εκβολή του ποταμιού στη θάλασσα. 

Το Β 

Οι σωστές ονομασίες των πραγμάτων  
πέτρα, άγαλμα, ελιά, στεφάνι. 

Το Γ

Τα χρώματα κι οι αποχρώσεις τους
κυανούν- υποκύανον, ερυθρόν-υπέρυθρον, λευκόν- υπόλευκον

Το Δ

Τύμβος Νικοκλέους εις Έγκωμην 
και λίγο πιο πέρα σφαγμένα άλογα

Το Ε

Συνδυασμοί ονομάτων 
Γρηγόρης και Μάτσης: Θάνατος κι ελευθερία 

Το ΣΤ΄ 

Ακανθού πατρίδα μου
Αμμόχωστος πατρίδα μου 

Τα εικοσιτέσσερα γράμματα δεν επαρκούν.
Η μνήμη είναι αδηφάγα
Τι να της κάνουν τα λιγοστά ψηφία του αλφαβήτου; 

Ο έρωτας του σώματος 1983

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

TO ΦΟΡΕΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ


Το φόρεμα της Κυριακής
μην το κρεμάσεις στην ντουλάπα
μη βάλεις ναφθαλίνες 
Μισώ τη μυρωδιά αυτή του χρόνου
Ακούμπησέ το δίπλα σου
σαν άγαλμα ακέφαλης Θεάς
που μας στολίζει το σαλόνι
απ΄την ημέρα που ενωθήκαμε
εις σάρκα μία
εις σκέψεις δύο
εις ημέρες αποκρυπτογραφημένου έρωτος
Μην καθαρίσεις το γιακά
Μ΄αρέσει ο λεκές από μεθύστακα άνεμο
την ώρα που χαμηλώνουνε τα φώτα στο λιμάνι
για ν’ αποπλεύσουν οι φωνές με ούρια συσκότιση
Κι εκείνο το φίδι που κρέμεται πλάι στο φιλί
μικρογραφία προπατορικού αμαρτήματος
κέρασέ το δυο μήλα κατακόκκινα
‘Ενα το χρωστούμενο
κι ένα για το δρόμο

Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου 
« Η Λίμνη των Κύκλων»
Εκδόσεις Μανδραγόρας , Αθήνα 2014

ΦΩΝΗ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ



Η ζέστη δεν προερχόταν από τις εκπνοές ενός θερμού Ιούλη αλλά από τις καυτές μνήμες που έστηναν χορό με τα μαύρα πέπλα τους καθώς ο επικήδειος προχωρούσε , οι αναφορές γίνονταν πιο κόκκινες και η αντοχή της διαμελιζόταν σε ψίχουλα που τα τσιμπολογάνε άκαρδοι σπουργίτες του καιρού. Σαράντα ένα χρόνια μετά , στο τέρμα μιας επώδυνης διαδρομής, γεμάτης απορία, αγωνία μα και ελπίδα συνάμα, στεκόταν πια μπροστά στην αλήθεια που υποψιαζόταν μα δεν αποδεχόταν, μπροστά στα οστά ενός πατέρα που τη συνόδεψε σε όλα τα χρόνια της σαν ένα βλέμμα σε μια φωτογραφία, σαν μια σκιά μέσα σε μια νύχτα ατέλειωτη, χωρίς εξομολόγηση . Σε απόκρυψη μονάχα τα μηνύματά του σκότους της, μέχρι που ένα πρωί η σύγχρονη επιστήμη της ταυτοποίησης οστών τράβηξε απότομα τις κουρτίνες που κάλυπταν τα δικά της ερωτήματα και της παρουσίασαν το λόγο της απουσίας τόσων χρόνων, ενδεδυμένο με πατριωτικά χρώματα και εθνική συγκίνηση. Ο αγνοούμενος πατέρας που έγινε πια γνωστός, με το χαμόγελο εκείνο στη φωτογραφία που μίκραινε σιγά σιγά ώσπου χάθηκε βαθιά μες στην ψυχή της, σαράντα ένα ολόκληρα χρόνια περίμενε τη δικαίωσή του σε ένα ομαδικό τάφο, σε μια ομαδική παράνοια των λαών. ΄Ηθελε να φωνάξει, ήθελε να κλάψει, ήθελε ακόμα να ζωγραφίσει ένα τεράστιο «Γιατί» πάνω στον Πενταδάχτυλο, ακριβώς πάνω από τη μισοφέγγαρη χαρακιά των ξένων. Και να ξεθάψει ήθελε τη μάνα της, τον μόνο άνθρωπο που περπάτησε δίπλα της προτού χαθεί μες στον απόλυτο πόνο , στα σαράντα πέντε της μόλις. Μα μίλησε μόνο με τη σιωπή της, έτσι καθώς την τύλιξε στο σάβανο του χρόνου και την ακούμπησε επάνω σε ένα φέρετρο με το οποίο κήδευε την απουσία και την παρουσία του άγνωστου πατέρα αντάμα.
Ο επικήδειος είχε μάλλον φτάσει στην κορύφωσή του καθώς το εξέχον πρόσωπο της πολιτικής ζωής του τόπου απελευθέρωνε όλες τις καλολογικές δάφνες της ομιλίας του. Μα εκείνη , υπακούοντας σε μια δική της εσωτερική φωνή , έκλεισε τα μάτια θέλοντας να κλείσει απ΄έξω και τις λέξεις, διψώντας και πεινώντας μονάχα για το δικό του άγγιγμα, για τον δικό του λόγο. Και λες και άγγελος Δευτέρας Παρουσίας εισάκουσε την πεθυμιά της, ήρθε και σήκωσε μπροστά της όλα όσα δεν έζησε . Το τρυφερό χέρι του πατέρα στα μάγουλα, στα μαλλιά της. Το γέλιο της ευτυχίας τους στο κυνηγητό, στο κρυφτό μέσα στα δέντρα του περιβολιού τους . Το βλέμμα του σε μια σχολική γιορτή. Την ανάσα του σε μια έγνοια της, σε ένα προβληματισμό της. Όλα τα φαντάστηκε εκείνη τη στιγμή. Με σάρκα και αίμα. Κι όλα τα άκουσε σαν δικό της « Πάτερ ημών» , με ακροατή άλλο κανένα εξόν απ΄την ψυχή της. 
Κι ήρθε μια στιγμή μέσα στη φαντασίωσή της, που θάρρεψε πως εκείνη η ανατριχίλα στο κορμί της, εκείνο το θρόισμα της καλοκαιρινής αύρας δίπλα της , ήτανε ίσως ένα φιλί του απολογητικό για όσα θα΄θελε να της προσφέρει και δεν μπόρεσε.
Ο επικήδειος είχε μάλλον φτάσει στο τέλος του, το ίδιο και η αντοχή της και ποιος ξέρει ποιος άγγελος ή ποιος δαίμονας εκείνη την ώρα άφησε στην άκρη τα προσχήματα της μέρας , έβαλε επιτέλους φωνή στη σιωπή της κι άκουσαν όλοι μες στο χειροκρότημα ένα κλάμα σαν φραγμό σε όλους εκείνους που δεν έζησαν, σε όλους εκείνους που δεν ήξεραν!

TO AΣΠΡΟ ΜΑΣ ΑΛΟΓΟ


Αφήστε το άσπρο μας άλογο
επάνω στον καμβά του να καλπάζει
Κάποια νεκρή μας φύση 
πρέπει να αναπνεύσει

Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου 
" Η Λίμνη των Κύκλων"
Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2014

ΗΧΟΙ ΚΑΙ ΛΕΞΕΙΣ


Άτι ατίθασο η σκέψη
στα χείλη μου άνοιξε πανιά
ήχοι και λέξεις
που ποτέ δε φώναξε κανείς
λικνίζονται σαν φλόγες
στα πελαγίσια μάτια σου
όπου οι μέρες μου μακριά τους
βραδιάζουν νύχτες νοσταλγίας.

[Αυτές τις στιγμές...]

Αυτές τις στιγμές τι να γράψει κανείς
ξέφυγε ο στίχος πάνω από τις γραμμές
πάνω από συνειδήσεις ανθρώπων
κι όλοι αποκαμωμένοι, σκυμμένοι στη γη
μαζεύουν όνειρα μέσα στις λάσπες του χθες
Αύριο, αν οι δρόμοι μας κλείσουν
στις καταιγίδες και απελπιστούμε.
Ας μάθουμε πως οι τράπεζες της ψυχής
ήσαν πάντα ανοιχτές, μα δεν το ξέραμε.

Α. Τέμβριου

[Σημαίες , συνθήματα και παραλήρημα...] της Αλεξάνδρας Γαλανού

Σημαίες , συνθήματα και παραλήρημα...
Χειροκροτήματα, κραυγές απελπισίας...
Χειραψίες και χαμόγελα ηγετίσκων ..
Το Ναι και το Οχι να διαφεντεύουν τη ζωή μας...
Το άσπρο και το μαύρο να μας οδηγούν 
ξανά στο γκρίζο...
Ο φανατισμός άγγιξε κόκκινο...
Προχωράμε σε μαζικούς χρησμούς και γενικούς αφορισμόυς...
Μια χώρα σε υςτερία να μας ακολουθεί γεμάτη απορία...
Αναςφαλείς έως αυτοκαταςτροφικοί κοροϊδεύουμε και κοροϊδευόμαστε ψάχνοντας για τη χαμένη μας αξιοπρέπεια .

Νυχτερινό για δύο



Ήμουν γυμνός και μετρούσα πληγές.
Αυτές που έβλεπα
τις έκλεινα επιμελώς
με μια χαρά που εξαντλούσε μες στο όνειρο
τη μορφή μου.
Άφηναν σημάδια,
μα εμένα
η ταραχή που δεν φάνηκε στο πρόσωπό μου,
αυτή ήταν που με θύμωνε.
Ήμουν απλά παρατηρητής του σώματός μου
κι αν θες πίστεψέ το.
Δεν ξέρω αν ήταν τέχνασμα της ποίησης
ή κάποιο άλλο κόλπο ονειρικό,
μα εκείνη η αδιάφορη γαλήνη του βλέμματός μου
ένιωθα να ’ναι υπόσχεση υπερασπίσεως
στα χρόνια που θα ζούσαμε μαζί.

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

δεκατρείς ηρωομάρτυρες (της φονικής έκρηξης στο Μαρί! ) / Κυριακή Παρασκευά

«Πήγα στο Μαρί. Πυρίκαυστο, αγνώριστο… 
Όλεθρος, συμφορά σαν αυτή που περιγράφεται στη Βίβλο.

Πήγα στο Μαρί.

……

Όλα έγιναν στάχτες…

Εδώ λες και ο χρόνος σταμάτησε στις 11 του Ιούλη του 1011.

Πού πήγαν οι μαχητές;

Πού πήγαν οι 13 ανυποχώρητοι;

Αλήθεια, πού οι 13 ηρωομάρτυρες;
Πήγα στο Μαρί. Εδώ σιωπή»

Για τον καθηγητή των Μαθηματικών, Σωτήρη Μιχαήλ, αγνοούμενο από το 1974

«Τον έστειλαν προς τον Άγιο Χρυσόστομο, το μοναστήρι στον Κουτσοβέντη. Καλά καλά ούτε στρατιωτικά ρούχα δεν είχαν να του δώσουν. Πήγε με το γκρίζο παντελόνι και το γαλάζιο πουκάμισο. Πήγε με ψυχή!
Πήγε, αλλά δεν γύρισε ο Σωτήρης. Κάποιοι, λιγοστοί, που γύρισαν είπαν-δεν το’ παν στη γυναίκα του-πως τον είδαν πληγωμένο να βογγάει στην άκρη του δρόμου, αβοήθητο, ύστερα από έναν ανελέητο φρικτό βομβαρδισμό… Τίποτε άλλο…» 

Αντώνης Γεωργίου (βιογραφικά στοιχεία)

Ο Αντώνης Γεωργίου γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1969. Σπούδασε νομικά στη Μόσχα. Εργάζεται ως Δικηγόρος. Το θεατρικό του έργο "Αγαπημένο μου πλυντήριο" ανέβηκε από την Πειραματική Σκηνή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου το Γενάρη του 2007 και βραβεύτηκε το 2008 με το Βραβείο Θεάτρου ΘΟΚ (2005-2007) στην κατηγορία Θεατρικής Συγγραφής.

Έργα του: 
  • "Πανσέληνος παρά μία" (ποιήματα), Γαβριηλίδης 2006, 
  • "Γλυκιά bloody life" (διηγήματα), Το Ροδακιό 2006,  ( Κρατικό βραβείο διηγήματος 2006)
  • Ένα άλπουμ ιστορίες Το Ροδακιό 2014


Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ


Οι στίχοι
ποτέ δεν χάνονται
αλάτι 
σ’ αλυκές
το δάκρυ τους
πολύχρωμο λουλούδι
σε χωματερές
το φως τους.

ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΦΑΡΙΣΣΑΙΟΙ


Ακούεις κάτι πλάσματα, νομίζεις εν ν’αγιάσουν,
τζιαι όμως ούλους στο χωρκόν, στο στόμαν τους θα πιάσουν,
να τους κατηορίσουσιν, τζιαι να τους σχολιάσουν.
Πάλε πολλοί στον τόπον μας, πουν Χρισκιανοί λαλούσιν,
που εν αισθάνουνται καλά, π’αρκέψαν τζιαι γερνούσιν,
φέρνουσιν ξένες έσσω τους, για να τους βοηθούσιν.
Εις την αρκήν τες έχουσιν, βοήθειαν των σπιδκιών τους,
αν τύχει τζι’αρωστήσουσιν, να είναι παναδκιών τους,
μα νάκκον υστερόττερα, τζιαι σκλάβες των παιδκιών τους.
Έσιει που προσλαμβάννουσιν, αρκάτες κάποιαν φάσιν,
που θα δουλέψουν τίμια, χωρίς να πνάσουν πλάσιν,
τζιαι τουν τον κόπον των φτωχών, θέλουσιν να τον φάσιν.
Λαλούν πως εν Χριστιανοί, μα όμως ώσπου ζιούσιν,
εις τον σκοπόν τους έχουσιν, τζιαι πάντα προσπαθούσιν,
άπονα τον συνάθρωπον, να εκμεταλλευτούσιν.
Τζι’ άμα θα παν στην Εκκλησιάν, τον πλάστην εν φοούνται,
μέσα στον οίκον του Θεού, εν ιστενοχωρκούνται,
τζι’αρκέφκουν να προσεύχουνται, τζιαι να σταυροκοπιούνται.
Σαν Φαρισσαίοι φέρνουνται, εις στα παλιά που ζιούσαν,
π’ούλους τους νόμους του Θεού, τους εδιαλαλούσαν,
τζι’ανάθεμαν οι ίδιοι, πως εν τους ετηρούσαν.
Ακόμα μέχρι σήμμερα, τζιαι γέροντες τζιαι νέοι,
ανάμεσα τους τζιαι φτωσιοί, πλουσίοι τζιαι μεσαίοι,
πολλοί συμπεριφέρουντε, όπως οι Φαρισσαίοι.
Χαμπής Αχνιώτης

Δυστυχώς προσδοκίες ή πιθανότητες αγάπης


Κι όμως, παρά την ματαιότητα του περιγράμματος
που διέκριναν οι ειδικοί
ποτέ δεν άντεχα τις μεταβολές,
τις συγχρονισμένες κινήσεις,
τη ζωή μου σε ταχύτητα
κι έτσι αυτό που μια άχρονη ψυχή
πρόσταζε
σαν πράξη αρχέγονη,
σαν άνοιγμα στο Θείο
δεν έβρισκε απάντηση
στο σύγχρονο σώμα της αλήθειας
κι έτσι σφραγίζονταν οι άνθρωποι
σε ένα δάκρυ, πάντα τελευταίο

Απόσταγμα


Κατάντησες, ναι!
δονκιχοτίζοντας να 
κυνηγάς σκιές

ΚΥΠΡΟΣ ΜΟΥ!!!


Κύπρος μου πολυπόθητη
και πολυαγαπημένη,
όμορφη σαν νεράιδα
μα τόσο πονεμένη.
Σε πόνεσαν, σε τσάκισαν
και σβήσαν τη χαρά σου,
κάποιοι που ζήλεψαν πολύ
την τόση ομορφιά σου.
Ποθήσανε τα κάλλη σου
και σ' έχουνε φθονήσει,
θελήσανε τα πλούτη σου
το γέλιο σου έχουν σβήσει.
Μα εμείς που σ' αγαπήσαμε
μαζί σου αγρυπνούμε,
ανορθωμένη θέλουμε
και πάλι να σε δούμε!
Για σε θα προσευχόμαστε
κάθε κακό να σβήσει,
να δούμε το χαμόγελο
στα χείλη σου ν' ανθήσει!
Θάλεια Χριστοδούλου

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Η αλήθεια αυτή δεν κρύβεται
σε όλους θα την λέμε,
αν την αλήθεια κρύψουμε
μετά πολύ θα φταίμε!
Η σωτηρία της ψυχής
είναι σπουδαίο πράγμα,
δώσ' την καρδιά σου στον Χριστό
κι Αυτός θα κάνει θαύμα!
Δώσ' Του το πράσινο το φως
μέσα σου για να ζήσει,
θα σε αλλάξει ριζικά
θα σε αναγεννήσει!
Χριστοδούλου Θάλεια.

Προσευχή....



Στίχοι Θάλεια Χριστοδούλου. Μουσική,ηχογράφηση studio,ενορχήστρωση. επεξεργασία ήχου καί εικόνας, Γιάννης Ρεμπελάκης....

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

ΕΠΙΛΟΓΟΣ / Αντωνίου Αρτέμης



Βέλος θανατερά καρφωμένο

στο πετούμενο

που σαν αθώα ύπαρξη

μ’ αίμα γράφει

ένα δραματικό επίλογο

του αντίο.

Αλλιώς σε βλέπαμε / Αντωνίου Αρτέμης

Αλλιώς σε βλέπαμε ζωή 

όταν μοχθούσαμε για μέλλον 

οι ράγες του ονειρικού μας τρένου 

δεν είχαν τελειωμό.

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

[Δρασκελώντας προμαχώνες ]

Δρασκελώντας προμαχώνες
απο θρυμματισμένα αγγεία,
συνεπιβάτες τραγικοί
σε αλλότριες πολιτείες
ανερμάτιστα οδεύουμε 

ανάμεσα στο ζαφειρί και το γήινο
.
Α.Γ. "Ανάμεσα στο ζαφειρί και το γήινο"
Εκδόσεις Σμίλη, 1996.

Η κόρη της θλίψης


Κάποιος λέει ότι σε είδε,
είχες ριγμένο στον ώμο ένα λαδί σάλι,
ακουμπισμένη σ’ ένα ξεφτισμένο τοίχο,
μιλούσες με τους περαστικούς σε κάποια ιερή οδό,
εκεί όπου ο χρόνος στέκει, μαύρος, πηχτός, ακύμαντος ωκεανός
- Απόψε πάλι ήταν εδώ,
ναι, είμαι σίγουρη, εδώ ήτανε
δεν μπορεί να κάνω τόσο λάθος,
τον είδα να κυκλοφορεί ανάμεσα στο πλήθος,
να με κοιτά κάτω απ’ τα μαύρα του γυαλιά,
ναι σας λέω, είμαι σίγουρη, εδώ ήτανε,
δεν μπορεί να κάνω τόσο λάθος,
τον άκουσα, τους έλεγες, που φώναζε,
« φυσάει απόψε δυνατά, και το στήθος μου,
γεμίζει χώμα σε κάθε μου ανάσα,
τι όμως κι αν ο θάνατος έρχεται ακόμα ένα βήμα πιο μπροστά,
εγώ φεύγω πριν με δεις να σβήνω, αλλά δεν θα σε προδώσω,
έχω προφτάσει ήδη κι έμαθα, μέσα από εσένα εγώ να ζω »
Κοντοστέκονταν, κουνούσαν το κεφάλι
κι έφευγαν μουρμουρίζοντας – τι κρίμα, πάει, σάλεψε κι αυτή -
κι εσύ τους έτρεχες ξοπίσω φωνάζοντας,
- Όχι, να μην τον θάψετε εδώ, όχι σας παρακαλώ,
τρομάζω που το σκέφτομαι,
γιατί ο αέρας που φυσά, θα ‘ναι βαρύς,
θα έχει στην αγκαλιά του, ένα μπουκέτο
απ’ τους τριγμούς της σιωπής, τους στίχους του,
και θα το ρίχνει στη ποδιά μου.

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

Πένθιμος ύμνος της αγάπης

Δ’ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ 
‘ΚΑΙΣΑΡΙΟΣ ΔΑΠΟΝΤΕΣ’, ΣΚΟΠΕΛΟΣ
 Β’ βραβείο ποίησης


Μην μιλάς! Είναι ασέβεια! Μονάχα άκου!
άκου τους λυγμούς όταν το φέρετρο
μιας προδομένης αγάπης στο τάφο κατεβάζουν,
άκου τις πέτρες που κλαίνε καθώς ραγίζουν,
άκου τα δάκρια στη γη όταν σταλάζουν,
καμπάνας πένθιμης ο κτύπος της καρδιάς, ουρλιάζει,
σβήστε τον ήλιο, πάρτε το φεγγάρι κι αλυσοδέστε το
κ’ ύστερα μαχαιρωμένο ρίξτε το στο ποτάμι, κόκκινο απ’ το αίμα να το κάνει,
κλείστε τα ραδιόφωνα κι αφήστε ελεύθερα τα σκυλιά ν’ αλυχτούν
θρήνος και κλάμα ν‘ ακουστεί, να ξεραθεί η πλάση
νερό να μην ξανακελαρύσει πια, αλάτι κι άμμο οι θάλασσες να μείνουν,
αρπάξτε σιδεριές κι άγρια ραβδίστε τα τριαντάφυλλα
να πέσουνε τα πέταλα, να μαραθούν, να ξεραθούν,
τίποτα όμορφο ξανά να μην υπάρξει,
σβήστε όλα τα φώτα, φορέστε μωβ κορδέλα στ’ αστέρια,
μονάχα ένα κερί αφήστε αναμμένο, το φως του να είναι ωχρό
σκιές τη γη να τη γεμίσει, πιο σκοτεινή να είναι κι απ’ τον Άδη,
σπάστε τα ρολόγια ο χρόνος να παγώσει,
σχίστε τα ημερολόγια καμία εποχή να μην ξανάρθει
μονάχα για πάντα χειμώνας βαρύς και σκοτεινός, τον κόσμο να σκεπάσει

ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ


 Πολυκάρπου Ανδρέας 

Αυτήν την άνοιξη
τα χάσαμε τα χελιδόνια.
Πέταξαν μακριά μας
αλλού να χτίσουνε φωλιές.


Τα βάσανα μας
αλλοίωναν τα όνειρα τους.
Θεατρίνοι της ευλογίας
για πιο ζεστά φύγατε μέρη.

Αυτά τα χελιδόνια
δεν έφεραν την άνοιξη.
Με τα φτερά τους
σε τόπους άλλους την πήρανε.


Οι άψυχοι μας νόμοι
σκόρπισαν τη σπορά.
Κανένα αγιόκλημα δεν
θέλησε να σκύψει το κεφάλι στη νύχτα.


Σκέπασαν τα νέφη
προτού η βροχή να πέσει.
Τα σύννεφα του ουρανού
τον τόπο μας απομονώνουν.


Αυτήν την άνοιξη
δεν ήρθαν τα χελιδόνια.
Στο κρύο μας μάρμαρο

πού καιρός για ν’ ανθίσει το φως

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

[Μας ζητάτε]

Μας ζητάτε 
ν΄ απαγγείλουμε ποιήματα 
τώρα που 
τα ποιήματα δεν απαγγέλλονται 
παρά τα δένομε στο στήθος χιαστί
σε σφαιροθήκες .

Κι αν κάποτε μας περισσεύουν 
ταχυδρομούμε τους στίχους μας 
στους λαούς 
που έχουν ανάγκη πολεμικό υλικό.

Δε μας μένει λοιπόν 
κανένα υπόλοιπο στίχων 
για ηλιοβασιλέματα κι αμυγδαλιές.

Ξεχάστε μας.!


Λούης Περεντός 


Παχύδερμα, 1979

Πιο γιασεμί / Άθως Χατζηματθαιου

Πιο γιασεμί
Και πιο τριαντάφυλλο
Έδωσαν το άρωμα τους
Στις στάλες
Δροσιάς 
Που τα χείλη σου
Μου χάρισαν
Σ΄ εκείνο το φιλί
Που έσταζε ερώτα
Στα βελούδινα πέταλα του…
Ποια νεράιδα
Και ποια θεά
έντυσε στης θάλασσας και στ’ ουρανού
τα χρώματα
το θειο βλέμμα σου
που σένα χάδι του
έδεσε άλυτο κόμπο την καρδιά μου.
Αθως Χατζηματθαιου

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟΔΗΜΟΥΣ ΤΗΣ ΑΣΓΑΤΑΣ


Απόψε, έχω την τιμή, να σας καλησπερίσω,
απόδημοι τζιαί χωρκανοί,
με μια χαρά πρωτοφανή,
να σας καλωσορίσω!
Σιιλιάες μίλια μακριά, είστε αποκομμένοι,
απόδημοι μας, χωρκανοί,
χωρίζουν μας ωκεανοί
τζιαί όμως, ενωμένοι!
Κάμποσοι στην Αυστράλια, πού σας ξενητεμένοι!
τζιαί στην Αγγλία μερικοί,
οι πιο πολλοί Αμερική,
εν εγκατεστημένοι!
Για μια καλύττερη ζωή, γι’ αυτούς τζιαί τα παιδκιά τους,
πολλά νωρίς, στα νιάτα τους,
αφήκαν την Ασγάτα τους,
πού είχαν στην καρκιά τους!
Στόν δεύτερον παγκόσμιο, πόλεμο του σαράντα,
όταν τούς αποστράτευσαν…
Πολλοί, εμετανάστευσαν
τζιαί μείναν τζιεί για πάντα!
Πάμπολλοι ξενητεύτηκαν, εφεύκαν με τα πλοία,
συγκινημένοι σάλταρα(ν)!
Τζι’ άλλοι στης γης τα τάρταρα,
‘μείναν στα μεταλλεία!
Εφεύκασιν που το χωρκό, με μια κρυφή ελπίδα!
σύντομα να γυρίσουσιν,
μά ‘μελλε ν’ αγαπήσουσιν,
τζιαί δεύτερη πατρίδα.
Εν εν καθόλου εύκολο, να φύουν να τ’ αφήσουν,
πό’ ‘ναν αγώνα διαρκή…
Τζιαί πάλε πτού, πού την αρκή,
στην Κύπρο για να ζήσουν.
Συνεργασία άψογη, με την κοινότητα μας!
Σε μία σχέση γόνιμη,
βρίσκονται οι απόδημοι,
για την ενότητά μας!
Τωρά η δεύτερη γενιά, χαράσει του ‘ν την στράτα,
την τρίτη θα καθοδηγά…
τέτοια καλά να τα τρυγά,
στο μέλλον η Ασγάτα!
Πρεσβεύεται την Κύπρο μας, πολλά σωστά κινείστε!
Στα ήθη τζιαί τα έθιμα,
προβάλλεται τα πρόθυμα,
στην χώρα σας πού είστε.
Σας είμαστε ευγνώμονες, για τες προσπάθειές σας!
Αμερικάνων δωρητών,
τον σύλλογόν Ασγατιτών,
για τις βοήθειές σας! 
Στέλιος Σανιδκιώτης

ΑΝΝΟΙΕΙ Η ΚΑΡΚΙΆ ΦΎΛΛΑ -ΦΥΛΛΑ


Αννοίει η καρκιά φύλλα-φύλλα
τζι ο λοϊσμός σου ούλλη η χαρά
τα κακά τώρα φύαν,
η στράτα μας φκιώρα τζι η μέρα δροσιά
ρεφρέν
Στο κρασίν της αγάπης εμείς μεθυσμένοι
τραβούμεν την στράταν τζι όπου μας βκάλει
εν η αγάπη πεθυμισμένη
τζι εμεις μετά της αγκαλιασμένοι
μες στην παράδεισον της τωρά μας βάλλει
οι δκυό σε στράταν του ορομάτου
να συνομπλάσουμεν ότι αγαπούμε
σ'έναν παλάτι την καλημέρα του αγαπώ μας
νους τ άλλου να το λαλούμε.
Αννοίει καρκιά φύλλα – φύλλα
που ούλλα γράφουν για ευτυχία
νέφος κανέναν εμάς εν ισσιάζει
σαν αγαπιούμαστεν, μόνη αξία .
ρεφρέν
Στο κρασίν της αγάπης εμείς μεθυσμένοι
τραβούμεν την στράταν τζι όπου μας βκάλει
εν η αγάπη πεθυμισμένη
τζι εμεις μετά της αγκαλιασμένοι
μες στην παράδεισον της τωρά μας βάλλει

Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ


Από τον γέρο Κακουλλήν, τον γείτον τον καλόν μου,
που κάποτε στα νιάτα του, είχα τον δάσκαλον μου,
μιαν ιστορίαν άκουσα πούμεινεν στο μυαλόν μου.
Ένας λεβέντης είπεν μου, κάπου εις την Ασίαν,
ποια χώρα ήταν ακριβώς, εν έσιει σημασίαν,
παντρεύτηκεν μα δεν είσιεν, καμιάν περιουσίαν.
Τζιαι στην απελπισίαν του, στην τύχην του την μαύρη,
μέραν τζιαι νύχταν έτρων τον, της φτώσιας του το κάγρι,
τζι’ έτσι εξενιτεύτηκεν, την τύχην του για νάβρει.
Επήεν χώρες μακρινές, δουλειάν για να γυρέψει,
τζιαι η καλή του σύντροφος, μοναδική του σκέψη,
μα τότες πόσταν εν είσιεν, γράμματα να της πέψει,
Είκοσι χρόνια δούλευκεν, μακρά σε ξένους τόπους,
τζι΄έκαμεν λίρες κάμποσες, με τους πολλούς του κόπους.
τζιαι ούλοι αγαπούσαν τον, για τους καλούς του τρόπους.
Τρεις λίρες εθυσίασεν, άλογον να γοράσει,
τζιαι πέντε όπλον για τζιυνίν, στον νόμον να κρεμμάσει,
τζι’ έπιαν τα τζιαι ξεκίνησεν, στο σπίτιν του να φτάσει.
Μα στο στραφίν του έμελλεν, τα μμάδκια του να δούσιν,
τον πάνσοφον τον γέρονταν, π’άκουεν να λαλούσιν,
τζιαι πλάσματα που έρκουνταν, να τον συμβουλευτούσιν.
Έμπειν τζιαι τούτος στην σειράν, χωρίς τζιαιρόν να χάσει,
να κάτσει με τον γέρονταν, τζιαι να τον κουβεντιάσει,
μιαν συμβουλήν που νάξιζεν, πέρκι τζιαι τούτος πιάσει.
Τζιαι με τον γέρον έκατσεν, σε τζιείν την ξένην Χώραν,
τζιαι κουβεντιάζασιν μαζίν, τζι’ οι δκυο καμπόσην ώραν,
τζιαι τη ζωήν του που αρκής, του γέρου την ιστόραν.
Τζι’ άμα του είπεν γλήορα, θα πάει στην καλήν του,
ο γέρος εσηκώστηκεν, σούζει την τζιεφαλήν του,
τζιαι πολοήθην τζι’ είπεν του, τότες την συμβουλήν του.
Λαλεί του άμαν θυμοθείς, να μεν κάμεις φοέραν,
πάρε βαθκειάν αναπνοήν, ποφύσα στον αέραν,
τζιαι τον θυμόν σου φύλαξε, την δεύτερην ημέραν.
Λαλεί του τούν την συμβουλήν, καλά να την σπιάσεις,
τζιαν θυμωθείς τζιαι τ’όπλον σου, κάποιαν στιγμήν το πιάσεις,
να θυμηθείς την συμβουλήν, τζιαι να το κατεβάσεις.
Τζι’ αν πάρεις την απόφασην, πλάσμαν να θανατώσεις,
να δώκεις τόπον στον θυμόν, εφτείς να μετανώσεις,
τζιαι μείνε την επαύριον, για να τον ισκοτώσεις.
Έπιασεν τουν την συμβουλήν, πάλε καβαλλητζιέφκει,
ποσιαιρετά τον γέρονταν, τζιαι που κοντά του φεύκει,
τζιαι στης καλής του την θωρκάν, συνέχειαν κοντεύκει.
Μέρες τζιαι νύχτες προχωρά, πολλά ταλεποράται,
με πέτραν για προσιέφαλον, πολλές φορές τζιοιμάται,
ώσπου μιαν νύχταν έφτασεν, έσσω του ώσπολλάτε.
Στα σκοτεινά ξεπέζεψεν, μέσα εις την αυλήν του,
έδυσε τζιαι το άλογον, τζι’ άπλωσεν το χαλίν του,
τζιαι θα εφανερόννετουν, αύριον στην καλήν του.
Τζι’η νύχτα σαν εντύθηκεν, τα μαύρα της τα κάλλη,
νάσου τζιαι έναν άδρωπον, να μπαίννει το προσαύλι,
τζιαι η καλή του να αννεί, τζιαι έσσω να τον βάλλει.
Την άτιμην εν φίλος της, φωνάζει τζιαι θυμώννει,
τζι’εφτείς ορμά στο όπλον του, με βόλια το γεμώννει,
μ’άρτεν στον νουν η συμβουλή, τζι’αμέσως μετανώννει.
Άφηκεν την γεναίκαν του, την πόρταν να βαόσει,
τζιαι πήρεν την απόφασην, το όπλον να γεμώσει,
τζιαι να τους παίξει τζιαι τους δκυό, μόλις θα ξημερώσει.
Μ’ άμα ο ήλιος έφκεικεν, τον κόσμον να φωτήσει,
έφκειν της πόρτας του σπιδκιού, τζιαι πάει προς την βρύση,
για να νυφτεί ο άδρωπος, πού ‘θελεν να κουτσιήσει.
Τζιαι είδεν τον που έβαλεν, νερόν μες έναν κάο,
τζιαι λάλεν βάλε άμανα, μπούκκομαν για να φάω,
τζι’ ύστερα βάρμου μιαν ευτζιήν, εις την δουλειάν να πάω.
Τζι’ όπως τον εσημάδκιαζεν, εθόλωσεν το δειν του,
τζιαι σκέφτην πως ο γέροντας, με τζιν την συμβουλήν,
εγλήτωσεν τον που φονιάν, να παίξει το παιδίν του.
Αγαπητοί ακροατές, τζιαι σεις να το σκεφτείτε,
τζιαι αν σας τύχει κάποτε, πολλά να θυμοθείτε,
την συμβουλήν του γέροντα, να την αθυμηθείτε.
Χαμπής Αχνιώτης

O KAMOΣ ΜΟΥ


Αναστεναζω τζιε πονω
Τζιε σιετε ουλλη πλαση 
Τζιε ποσιεπαζω για να δω 
Πομακρα το καρπασι

,,,,,,,,,
Ητου γραφτω μου να πονω
Τζιε να σιετε η πλαση
Να ζιω εγιω στη ξενηδκια
Μακρα που το καρπασι
,,,,,,,,,
Ητου γραφτο μου για ναζιω
Μακρα που το χωρκο μου
Μα ειμουν μιτσια τζιε ενεκοβκε
Καθολου το μυαλο μου !
,,,,,,,,,,,,,,,
Χωρκο μου ομως συχωραμε
Π’ουφυα που κοντα σου
Τζιε τοσα γρονια εληψα
Που μες την αγκαλια σου
,,,,,,,,,,,,,,,
Ειμου μωρο που σ’εζησα
Τζιε εν σ’εχα χορταση
Για τουτο τζιοι αναστεναγμοι
Ταρασσουση την πλαση
,,,,,,,,,,,,
Θεε μου τζιε να ξαναξιωθηκα
Να παω στο χωρκο μου
Τζιε να ξαναζησω ησυχα
Στο σπιτι των γονιων μου
,,,,,,,,,,,,
Θωροτο μες τον υπνο μου
Ξυπνω τζιε συλλοουμε
Ηντα πουν τουντο ορομα
Παλε τζιε εν τζιημουμε?
,,,,,,,,,,,,,,,,
Ππεφτω την νυχτα τζιε εν καμμω
Που τον πολλη καμο μου
Τζιε τον θεο παρακαλω
Να παω στο χωρκο μου !
,,,,,,,,,,,
Να καχαριση ο πλαστης μου
Ουλλα που το μυαλο μου
Αμμα να φυου ουλλοι τους
Οι σιυλλοι που το χωρκο μου ?
,,,,,,,,,,,
Να μεν αφηση ουτε ενα
Για να τον αντικρησω
Τζιε να με πιαση εγκεφαλικο
Τζιε εφτης να ξεψυσιησω
,,,,,,,,,,,
Τουτα ζητω που τον θεο
Εν θελω τιποτε αλλο
Να δω την Κυπρον ελευθερη
Τζιε τοτε ας πεθανω 

,,,,,,,,,
Μαρινα Τ ακκιδη [Καπετανου ]

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

ΠΟΤΕ ΘΑ ΕΞΟΝΤΩΣΩ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ;

Εδώ και 3.000 χρόνια πολλοί φθονούν και 
δοκιμάζουν να εξοντώσουν την Ελλάδα : 
Πέρσες, Ρωμαίοι, Σαρακινοί, Βούλγαροι, 
Τούρκοι, Γερμανοί, κι άλλοι. 
Αλήθεια γιατί δεν μπορούν; 
Το ποίημα ας μιλήσει.

.
Ποτέ δεν χώνεψα τους Έλληνες, τους μισούσα,
κάτω από κάθε πέτρα έβρισκα το πνεύμα τους.
‘Τους μιμούμαστε σαν πίθηκοι’, έλεγαν οι δάσκαλοι.
Σαν πήγα στρατιώτης είδα τον Αρχιμήδη κι αγρίεψα,
τον λόγχισα, του άρπαξα το κεφάλι και το κλώτσησα,
ναι, αυτό εξευτέλισε εμάς τους Ρωμαίους, με μηχανές,
τηλεβόλα, με πολύσπαστα κι οδοντωτές τροχαλίες,
σήκωνε τα πλοία μας, τα έκαιγε με ηλιακά κάτοπτρα,
να σώσει, έλεγε, τις Συρακούσες, την Ελληνική Ιδέα.
Με θλίβουν οι επιτυχίες του: οι Έλληνες πια μετρούν
ηλιοστάσια, διάμετρο ήλιου, πλανήτες, καμπύλες,
πόσο βάρος θα έχαναν στο νερό αν τους βυθίζαμε.
Τους μισώ, τους ληστεύω, με ακυρώνουν και δίνουν
πάπυρους που ξεχύνουν λέξεις σαν άμμος που πνίγει
(το παιδί μου έμαθε Ελληνικά, βάρβαρο με φωνάζει).
Πότε θα εξοντώσω την Ελλάδα; Λένε δεν πεθαίνει
όσο δεν εξοντώνω του Αρχιμήδη τον αριθμό π*,
τον ταραξία, που ξεγλιστρά και πηδάει φράχτες,
μπαίνει-βγαίνει στο κύμα, κυλά σε αυλάκια νου,
περνά στις αρτηρίες, στα νεύρα, σκαρφαλώνει
σε τείχος θεόρατο, μετά σε δένδρο γίγαντα
απ’ όπου εκτοξεύεται σε Γαλαξίες, σαν Θεός.
.

.
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
Από την ανέκδοτη Ποιητική Συλλογή "ΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ"
* Αριθμός π (άρρητος)= πόσες φορές χωράει η διάμετρος στην περιφέρεια του κύκλου = 3,1415926535897932384626433832795028841971693993751058209749445923078164062862089 ……. [ μέχρι σήμερα καταγράφηκαν τα πρώτα 1.241.100.000.000 δεκαδικά ψηφία του π, και ο υπολογισμός συνεχίζει ατελείωτος...και τελειωμός δεν θα υπάρξει (άρρητος αριθμός)]

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ


Ο Δον Κιχώτης
δεν υπήρξε ποτέ
Ήτανε μόνο
η ψιλόλιγνη σκιά
του Σάντσο Πάντσα
"Ανάδρομα", Αγγέλα Καϊμακλιώτη

[Ο ήλιος δύει]

Ο ήλιος δύει
Οι αναμνήσεις ξυπνούν
Οι απουσίες παρούσες
Κι αυτό το βράδυ σκοτώνουν


Λαμπής Γιάννος

ΠΛΑΝΗ

του Νίκου Πενταρά 


Το Φως
απόψε ξαγρυπνά στην έπαλξη του κουρσεµένου κάστρου
κι ανατριχιάζει βλέποντας 
τ’ αποκεφαλισµένα από την πλάνα νύχτα στάχια
που κείτονται στον κάμπο ανάσκελα
µε τα χρυσά κεφάλiα τους στο πλάι .
Όλοι κατάλαβαν το µέγεθος της πλάνης
εκ των υστέρων όµως, δυστυχώς,
γιατί τα στάχια - καθώς είπαν -
ήταν της έκτης χιλιετίας προ Χριστού.
Προ της Σφαγής
ουδείς εκ των πεπλανηµένων
ενδιαφέρτηκε ποτέ την ιστορία τους να µελετήσει
ουδείς ποτέ προσπάθησε την πλάνα νύχτα ν' αφοπλίσει.
Το Φως
πικρογελά και το ξανθό κεφάλι του κουνά µ' απελπισία
σαν αντικρίζει τους πεπλανηµένους
που τώρα δήλωσαν νεκροφρουροί
και ρήτορες επικηδείων λόγων
χωρίς το Φως στην έπαλξη να λογαριάζουν
χωρίς να προσδοκούν ανάσταση νεκρών
κι έτσι πλανιούνται πάλι ...
Γοργόφτερο πουλί πετά και χάνεται
στην έπαλξη του κουρσεµένου Κάστρου
και πάλι ξαναφαίνεται µε κεραυνού κλωνί στο ράµφος.
Στο πέταγµά του ανάβουν πυρκαγιές
ο κάµπος όλος καίγεται µεµιάς
µαζί µε τους πεπλανηµένοuς
και µε τα στάχια τα νεκρά
.

(από την ποιητική  συλλογή «Φως εκ Φωτός», 1994)

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Γιάννης Παπαδόπουλος (βιογραφικά στοιχεία)

Ο Γιάννης Παπαδόπουλος (Κάιρο, 1928 - Λεμεσός, 1997) σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1952), ενώ μετεκπαιδεύτηκε αργότερα στη βιβλιοθηκονομία στο Λονδίνο (1959-1960) και στην ψυχολογία στη Ν. Υόρκη (1965). Υπηρέτησε στη Μέση Εκπαίδευση.  Ποιήματα του δημοσιεύτηκαν σε διάφορα λογοτεχνικά έντυπα τόσο της Ελλάδας όσο και της Κύπρου. 

Ποιητικό έργο: 
  • Τότε που πολεμούσαμε, 1963
  • Συλλογή, 1966

Το γράμμα και η οδός


του Γιάννη Παπαδόπουλου

Όταν πια είδαμε κι αποείδαμε
με τα τηλεγραφήματα και τες πρεσβείες 
κλείσαμε τη μικρή ζωή μας σ΄ ένα φάκελο 
μικρό που να χωράει στη φούχτα μιας μαθητριούλας
στον προβολέα ενός ποδηλάτου, στη ράχη ενός βιβλίου 
και γράψαμε με κόκκινο μελάνι στη διεύθυνση: 
                                                           Αξιότιμον Ελληνικόν Κυπριακόν Λαόν, 
                                                               Οδός Ελευθερίας ή Θανάτου
                                                                     Χωριά και πόλεις
                                                                           Κύπρον.
Το στείλαμε χωρίς  το γραμματόσημο με τη ξένη βασίλισσα.
Ταξίδεψε με χίλιους δικούς μας συνδέσμους
κρυμμένο σε γαλάζιες ποδιές και κόρφους παρθένων
ή το πέρασαν από μπλόκα γαιδουράκια αθώα
που κουβαλούσαν χειροβομβίδες και άλλους καρπούς της γης μας.




Τότε που πολεμούσαμε, Λευκωσία 1963

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

«Στα χνάρια του Αποστόλου Βαρνάβα»


«Αυτή είναι η πόλη μου, η Αμμόχωστός μου. 
Τη θέλω πίσω. Δεν τους την χαρίζω… » Όλγα Χριστοδουλίδου


Γράφει η
Στρατούλα Τραμουντάνη- Γκόγκα
Δημοσιογράφος-Σύμβουλος Επικοινωνίας



Με τα λόγια αυτά τελείωσε την ξενάγησή της η Γραμματέας του Συνδέσμου Γυναικών Αμμοχώστου Λάρνακας κυρία Όλγα Χρυστοδουλίδου. 
11 Ιουνίου 2015.
Σαράντα ένα (41) χρόνια μετά την Τουρκική Εισβολή, με αφορμή την 100η επέτειο εγκαινίων του καθολικού της Ιεράς Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αποστόλου Βαρνάβα, γιορτή της μνήμης του Αποστόλου Βαρνάβα, άνθρωποι κάθε ηλικίας από όλα τα μέρη της Κύπρου, μετέβησαν στο ομώνυμο Μοναστήρι προκειμένου να αποδώσουν τις δέουσες τιμές στον ιδρυτή της Εκκλησίας της Κύπρου. 
Εγώ και ο σύζηγός μου, αποδεχόμενοι την πρόσκληση της Προέδρου του Συνδέσμου κυρίας Τούλα Χριστοδουλίδου… ξεκινήσαμε παρέα το ταξίδι μας!!!
Στο σύνολό μας, άτομα κάθε ηλικίας. Άλλοι βασανισμένοι από την μοίρα της προσφυγιάς, από τις μνήμες που δεν λένε να καταλαγιάσουν την ψυχή που ζητά να λυτρωθεί, να ξαποστάσει να ξαναγυρίσει πίσω στους δρόμους και τις μεθυστικές από αρώματα αυλές της τουρκοκρατούμενης πόλης κι άλλοι… απλά οι άλλοι!!! Όλοι εμείς που δεν γεννηθήκαμε εδώ αλλά αγαπήσαμε αυτόν τον τόπο. Όλοι εμείς που διψάσαμε να μάθουμε για την ιστορία του, που κάναμε τάμα την ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ, όλοι εμείς που νιώσαμε τον πόνο ενός ολόκληρου έθνους να θυσιάζεται στο βωμό συμφερόντων. Όλοι εμείς που υποκλιθήκαμε στην προσφυγιά και στον πόνο του αποχαιρετισμού!!!

Στο σημείο συνάντησης στη Λάρνακα, από τη μια απαριθμούσες χαρούμενα πρόσωπα, ένδειξη ικανοποίησης για την ολιγόωρη επιστροφή στα πάτρια εδάφη και από την άλλη πρόσωπα σκυθρωπά γεμάτα πόνο και λύπη, γιατί αυτός ο νόστος δεν θα διαρκούσε παρά λίγο, ίσαμε να χορτάσει το μάτι κι ύστερα να γιομίσει με δάκρυα, να πλημυρίσει και να πνίξει μέσα στα βάθη της καρδιάς ότι αγάπησε. Χώμα, Νερό, Ουρανό!!! Και μια προσευχή!!! Ναι και μια ευχή!!! ΝΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ ΠΑΛΙ ΠΙΣΩ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ!!!
Το «καραβάνι» μας αποτελούμενο από δύο γεμάτα λεωφορεία, πέρασε την Ορόκλινη, κινήθηκε στους δρόμους της ελεύθερης Αμμοχώστου, πέρασε δίπλα από τη Κοινότητα της Άχνας που εγκαταλειμμένη και έρημη θόλωσε τα μάτια, μέχρι να φτάσει στο Οδόφραγμα. Εκεί και μέχρι να ολοκληρωθούν οι καθιερωμένες πλέον τυπικές διαδικασίες από τους τελωνειακούς υπαλλήλους του ψευδοκράτους, είχαμε τη δυνατότητα να ενημερωθούμε από τα χείλη της Όλγας για τον Απόστολο Βαρνάβα. 
«Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Βαρνάβας γεννήθηκε στην Μεγαλόνησο τον 1ο μ.Χ. αιώνα και θεωρείται ο ιδρυτής και θεμελιωτής της Εκκλησίας της Κύπρου. Στο μέρος, όπου βρέθηκε το λείψανο του Αποστόλου Βαρνάβα, κοντά στη πόλη της Σαλαμίνας, κτίστηκε το μοναστήρι αφιερωμένο στον Απόστολο και ιδρυτή της Εκκλησίας της Κύπρο».

Εν τω μεταξύ ο έλεγχος των ταυτοτήτων και των διαβατηρίων είχε ολοκληρωθεί και μπήκαμε στην σκλαβωμένη, τουρκοκρατούμενη περιοχή της Αμμοχώστου. Αυθόρμητα, άρχισαν οι μνήμες να ξετυλίγονται σαν κουβάρι ανέμης. Όλοι προσπαθούσανε να θυμηθούνε ονόματα οδών, καταστημάτων, πλατειών.
«Να εδώ μαζευόμασταν και παίζαμε…» ακούστηκε να λέει κάποια συνοδοιπόρος. «… και ο δρόμος αυτός πρέπει να ήταν η οδός Μαραθώνος» συμπλήρωσε κάποιος άλλος.
Τα μάτια καρφωμένα στις εικόνες που εναλλάσονταν έξω από το λεωφορείο. Λες και όλοι έψαχναν να δούνε μέσα στο πολύχρωμο σκηνικό, τους μικρούς τους εαυτούς, τα παιδικά τους όνειρα που κάρπισαν μακριά από τη γεννέτηρά τους, να μυρίσουνε ότι χάθηκε, αναζητώντας τις οσμές στο αεράκι της Αμμοχώστου, του Βαρωσίου, της Σαλαμίνας. Έξω όμως… σκηνικό ανάπτυξης, με ξενοδοχεία, πολυτελή καταστήματα, σύγχρονο πανεπιστήμιο, προάστια και ένας τόπος να σφύζει από ζωή πάνω στις χαμένες ζωές κάποιων άλλων.

Δεν πέρασε ούτε μία ώρα και το Μοναστήρι του Απόστολου Βαρνάβα, φάνηκε στον ορίζοντα. Χτισμένο σε μια επίπεδη περιοχή, ανάμεσα στα χωριά Έγκωμη, Άγιος Σέργιος, Λιμνιά και Στύλλοι, περίπου ένα χιλιόμετρο από την ιστορική Σαλαμίνα, φαντάζει ως προπύργιο Χριστιανοσύνης. Η Λειτουργία για τον εορτασμό της μνήμης του Αγίου είχε ήδη αρχίσει. Κατευθυνθήκαμε με ενθουσιασμό προς την είσοδο, που είχε κλείσει ασφυκτικά από το πλήθος των προσκυνητών. Τούρκοι αστυνομικοί επέβλεπαν διακριτικά την είσοδο και έξοδο των πιστών, ενώ στο προαύλιο χώρο ελάχιστοι πλανόδιοι διαλαλούσαν το εμπόρευμά τους. Κυρίως ξηρούς καρπούς, είδη χειροτεχνίας και οικιακής χρήσης.
Εκεί ακούγονταν από τα χείλη προσφύγων ότι «… το μοναστήρι αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα της Κύπρου. Μετά την Τουρκική κατοχή, λειτουργεί ως μουσείο εικόνων. Οι τουρκικές αρχές το διατηρούν σε σχετικά καλή κατάσταση, αφού αποτελεί και σημαντικό τουριστικό σημείο, πόλο έλξης των χριστιανών. Σήμερα η εξορισμένη αδελφότητα της Μονής φιλοξενείτε προσωρινά στο Μετόχι της Ιεράς Μονής Κύκκου. Αποτελείτε από τον Ηγούμενο Γέροντα Γαβριήλ και τον Ιερομόναχο πατέρα Χρίστο».
Κόσμος πολύς. Φορτισμένη συναισθηματικά ατμόσφαιρα. Οι πιστοί με τα κεράκια στο χέρι εισέρχονταν στον κυρίως ναό όπου τελούνταν η δοξολογία για να ασπαστούν τον Απόστολο. «Ήσυχες φωνές», φασαρία, αναμονή!!! Ορισμένοι δεν αντέχουν, κάνουν αναστροφή και κατευθύνονται προς τον τάφο του Απόστολου Βαρνάβα, εκατό μέτρα περίπου από το Μοναστήρι. 
Ρωτώ ένα πλανόδιο εάν επισκέπτεται συχνά το Μοναστήρι για να πουλάει τη πραμάτεια του. « Όταν γίνονται λειτουργίες γεμίζει από Κύπριους και ξένους. Τώρα μάλιστα που η περιοχή έγινε οικόπεδα θα γεμίσει ο τόπος από ξενοδοχεία και πολυτελή σπίτια». Μια ματιά τριγύρω επιβεβαίωνε τα λόγια του.

Κινούμαστε αργά, κανείς δεν μας βιάζει, ο χρόνος κυλάει αντάμα με τα βήματά μας. Κατευθυνόμαστε προς τον τάφο του Απόστολου Βαρνάβα. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας λαξευτός μέσα σε πέτρα, τάφος της ρωμαϊκής περιόδου. Με την βοήθεια μιας σκάλας κατεβήκαμε τα επικίνδυνα κάθετα σκαλοπάτια και βρεθήκαμε μέσα στον τάφο. Πληροφορίες λένε ότι είχε ανοιχτεί πηγή για να λαμβάνουν οι προσκυνητές αγίασμα. Εμείς τουλάχιστον εκεί δεν είδαμε κάτι τέτοιο. Όλος ο χώρος όμως, απόπνεε μια θρησκευτική μεγαλοπρέπεια. 
Είχανε περάσει ήδη τρεις ώρες από τη στιγμή που ξεκινήσαμε. Πήραμε το αντίδωρο στο χέρι, ασπαστήκαμε γνωστούς και φίλους που συναντήσαμε εκεί και δώσαμε πάλι υπόσχεση για του χρόνου. Ανεβήκαμε στα λεωφορεία ιδιαίτερα συγκινημένοι. Μια μικρή στάση στη παραλία της Σαλαμίνας, καταγάλανα νερά απλώνονταν μπροστά μας, ένας καφές που γέμιζε πικράδα τα ήδη πικρά χείλη, ένα απαλό αεράκι που θύμιζε Ελλάδα, Κύπρο και προπολεμική, προκατοχική ατμόσφαιρα, ήταν και πάλι η αφορμή να ανοίξουν συζητήσεις για «… να θυμούνται οι μεγαλύτεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι».
Λες και τίποτα δεν έχει αλλάξει, μα όλα είναι διαφορετικά. Όλα είναι ξένα!!!
«41 χρόνια…» μου λέει χαρακτηριστικά η κυρία Κατερίνα Φ. Η φωνή της έχει ένα περίεργο τρέμουλο και ένα κρότο σαν ήχο από μια μικρή σφαίρα όπλου που διαπερνά τη μνήμη και χαράζει ξανά τις φρικτές εικόνες της εισβολής. Ξανά και ξανά. «41 χρόνια, πίκρα και πόνος. Γιατί να συμβεί; Θέλω να έρθω πίσω. Η ψυχή μου είναι εδώ».
Πώς να ηρεμήσεις αυτή τη ψυχή, πώς να την καθαγιάσεις, πρόσφυγας στην ίδια της την πατρίδα, μια ανάσα δρόμος κι ύστερα ανάσα και πάλι ανάσα, μέχρι να πέσει το δάκρυ στη γη και να σκουπιστεί με το μαντήλι του αποχωρισμού.

«Θα επισκεφτούμε τώρα την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Εξορινού , την πόλη της Αμμοχώστου» ακούστηκε να λέει η Όλγα. «Η ιερή εικόνα του Αγίου Νικολάου που θα δείτε εντός του Ναού, είναι δωρεά του Συλλόγου μας» συμπλήρωσε σεμνά. Καθώς κυλούσε το λεωφορείο ανάμεσα στους δρόμους της πόλης, μια αδιόρατη σιωπή πλάκωσε το εσωτερικό του. Μάτια παγωμένα, στόματα μουδιασμένα, μέχρι ότου ξανά η ελπίδα της επιστροφής να πάρει τη σκυτάλη και να αρχίσουν οι λέξεις να τρέχουν σαν νερό και να πλημυρρίζουν το χώρο. Τα λόγια τους σου έδιναν την εντύπωση, ότι δεν είχαν φύγει ποτέ, ότι εάν τους έδινες την ευκαιρία, θα γύριζαν το χρόνο πίσω και θα έστηναν τη ζωή τους από εκεί που σταμάτησε, από την αποφράδα εκείνη μέρα, που όπως – όπως άφησαν τα υποστατικά τους και κίνησαν για… αλλού!!!
Στο τραπέζι γεμάτα τα πιάτα για το μεσημεριανό, οι γάτες στις αυλές τρομαγμένες, ο κόσμος ανάστατος στα μονοπάτια προς δυσμάς, η ελπίδα γαντζωμένη σ΄ έναν άνεμο που δεν έλεγε να κοπάσει.

Μέσα σε ένα προαύλιο ήταν χτισμένη η Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Εξορινού, άλλοτε γνωστή ως εκκλησία των Νεστοριανών. « Χτίστηκε το 1359 και ως κτήτορας αναφέρεται ο Φράνσις Λάχνας, έμπορας στο επάγγελμα, το 1905, όταν ο ελληνοκύπριος Μιχαλάκης Λοϊζίδης ζήτησε από τον Άγγλο Κυβερνήτη King- Harman να μετατρέψει το κτίριο, μόνιμα, σε εκκλησία».
Μπήκαμε μέσα στην Εκκλησία. Η μυρωδιά της, μια μυρωδιά εγκατάλειψης και συννάμμα επιβλητικότητας. Το σύνολο των τοιχωμάτων της χωρίς αγιογραφίες, αφού τόσο ο χρόνος όσο και η αγριότητα των εισβολέων ήταν καταλύτες στην εξαφάνισή τους.
Δεν καθίσαμε πολύ. Ίσα – ίσα να ανάψουμε ένα κερί, να δηλώσουμε την παρουσία μας και να αφήσουμε μια ευχή στον υγρό της αέρα. Ίσα- ίσα να αγγίξουμε με τα χέρια μας, ότι απόμεινε από τις εικόνες των αγίων μας, ότι μπορεί να μας θυμίσει κάποιο κομμάτι από το παζλ που αφήσαμε ατελείωτο σαρανταένα χρόνια τώρα.
«Νομίζω ότι ζω ένα όνειρο. Αγώνας για την επιστροφή. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι αισθάνομαι ένα διαρκή θυμό. Μιλώ των παιδιού μου συνέχεια. Όμως και να γυρίσουμε πίσω, τίποτα μα τίποτα δεν θάναι όπως και πρώτα» μου λέει ο κύριος Βασίλης σκουπίζοντας ένα κρυφό δάκρυ, που άθελά του κύλησε στο ρυτιδωμένο του πρόσωπο.
Τα δύο λεωφορεία με τους προσκυνητές να φέρουν βαριά την εικόνα της προσφυγιάς στη ζωή τους, περνούσαν μέσα από τους ασφαλτοστρωμένους δρόμους της Αμμοχώστου. Όλοι είχαν να θυμηθούν και κάτι. Τραγικές φιγούρες εκείνοι που είχαν τη δυνατότητα να αντικρύσουν μισό αιώνα μετά τα σπίτια τους να κατοικούνται από κάποιους άλλους. Έποικους, εισβολείς, δεν γνωρίζανε, από κάποιους άλλους όμως.
«Να! εκεί ήταν το σπίτι μου, να εκεί το σχολείο μας, εκεί το κουρείο του κυρ Ανδρέα, εκεί, εκεί…». Αστυνομικοί Σταθμοί, Σχολεία, Εκκλησίες, Πυροσβεστική Υπηρεσία, Μουσείο, όλα είχαν τη δύναμη να φέρνουν τις θύμησες τόσο γρήγορα που δεν προλάβαινες να ακούς τις ιστορίες τους, ιστορίες καθημερινότητας ποτισμένες με αγάπη, περικυκλωμένες από μυστήριο και τώρα να καταντούν ιστορίες θρύλων, όπως και η ιστορία της αγαπημένης τους πόλης, της Αμμοχώστου!!! 
Μην ξεχνάμε ότι έχει λεχτεί πως η Αμμόχωστος « είναι η πλουσιότερη όλων των πόλεων και οι πολίτες της οι πλουσιότεροι των ανθρώπων».

Γλιστρήσαμε ανάμεσα στο σωζόμενο φρούριο της Αμμοχώστου, γνωστότερο με την ονομασία «Πύργος του Οθέλλου». Είδαμε τα ισχυρότατα Μεσαιωνικά Τείχη της πόλης και τα ερείπια πολλών άλλων μνημείων. Τις ερημωμένες παραλίες και τα συρματοπλέγματα που χωρίζουν το σώμα από τη ψυχή μας!!!
Ο κύριος Ανδρέας Γ. από την Λάρνακα και η κυρία Ανδρούλα Γ. από το Κίτι, αδέρφια, με το χαμόγελο στα χείλη μου ψυθιρίζουν: « Αισθανόμαστε χαρά και λύπη. Φύγαμε το 1960 για Αγγλία. Τώρα όλα είναι παραμελημένα. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Καλύτερα βέβαια να βρεθεί μια λύση».
Και συμπληρώνει ο κύριος Γιώργος: «Είχα πει δεν θα ξανάρθω. Και 120 χρόνια να περάσουν δεν θα έρθω ξανά. Μπορείς όμως, δεν μπορείς. Νιώθω αγανάκτηση, πότε- πότε πονάω πολύ. Τα παιδιά μου μου το έχουνε πει, δεν θέλουνε να έρθουνε ποτέ εδώ».

Ούτε που καταλάβαμε πως φτάσαμε και πάλι πίσω στο οδόφραγμα. Και πάλι ο έλεγχος και πάλι μια πικρία να ελέγχεσαι στο ίδιο σου τον τόπο. Κάποιες φωνές ακούστηκαν «δεν τους την χαρίζουμε», κάποιες επικρότησαν. Κάποια μάτια συνέχιζαν να είναι βουρκωμένα. Δάκρυα στόλιζαν την ελπίδα. Την ελπίδα της επιστροφής! Έτσι λένε και έτσι το έχουν σίγουρο. «Οι περισσότεροι μπορεί να μην ζούνε, μα ο πόθος αυτός ο άσβεστος πόθος είναι μέσα στην καρδιά όλων μας. Στην καρδιά των κατοίκων της Αμμοχώστου!!!»
ΑΠΟΣΤΟΛΕ ΒΑΡΝΑΒΑ, ΚΑΝΕ ΤΗΝ ΕΠΛΙΔΑ ΘΑΥΜΑ!!! ΚΙ ΕΜΕΙΣ… ΘΑ ΠΕΡΠΑΤΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΣΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΧΑΡΗ ΣΟΥ!!!
Ευχαριστώ το Σύλλογο Γυναικών Αμμοχώστου στη Λάρνακα, για το υπέροχο ταξίδι και τη φιλοξενία στο προσκύνημά μας στον Απόστολο Βαρνάβα!!! 
Ευχαριστώ όλους όσοι άνοιξαν την καρδιά τους και μοιράστηκαν συναισθήματα και αναμνήσεις στο Οδοιπορικό που καταγράψαμε!!!
"Το μέγα κλέος της Κύπρου, της Οικουμένης τον κήρυκα...
πάντες συνελθόντες σεπτώς οι πιστοί, τον Βαρνάβαν άσμασι στέψωμεν,
πρεσβεύει γαρ Κυρίω, ελεηθήναι τάς ψυχάς ημών".