Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

ΡΩΤΗΜΑ

Όταν περιφρόνησαν την ψυχή
και ποδοπάτησαν την αγάπη
(Δεν ήταν τότε βλέπεις της σειράς τους )
Δεν το ' βαλε κάτω.
Δεν χάθηκε στην αυτολύπηση.
Οι ποδοπατημένες ελπίδες
Ορθοπόδησαν με τον καιρό.
Αγκομάχησαν και θέριεψαν
ζωντανεμένες.
Κι όταν μια μέρα
πραγματοποιήθηκε επιτέλους
η αργοπορημένη συνάντηση ,
Η δική της σειρά
τους κοίταζε τώρα αφ υψηλού ,απορημένη.
Παρ'όλο που είχαν τα πάντα
ποτέ δεν ξεχώρισαν .
Τι άξιζαν παραπάνω αλήθεια;

(Από την ποιητική συλλογή  “Χθες-σήμερα-αύριο” 2008)

ΤΟ ΑΓΑΠΩ ΣΟΥ ΓΙΑΤΡΙΚΟ

Στην ομορκιάν σαν άντζιελος
σαν τζιυπαρίσσνι μοιάζεις
με όμορφη κορμοστασιάν
σαν την εικόναν σ' εκλησιάν
τζιαι την καρκιά μμου σφάζεις.

Απού την πρώτη αμμαδκιάν
ψυσιήν εμ πόν ορίζω
πρέπει εν πρέπ' εν αρωτώ
τζι όσο στην γη θα παρπατώ
για λλόου σου ορπίζω .

Πως θα' μαι εγιώ το ταίρι σσου
τζιαι γλήορα χαρά μου
μαν μμεν σσε πάρω κλάψε με
βάλε φωδκια τζιαι κάψε με
ξερίζως την καρκιά μου .

Μα πρόσεχε μεν πληγωθείς
άμαν την ξηριζώσεις
μέσα της είσαι στα βαθκιά
για σέν το αίμαν της εδκιά
τζιαι μεν την καταχνώσεις

Το μόνον της το φταίξιμο
ήτουν που σ' ερωτεύτην
τζιαι δεν ηβρίσκει γιατρικό.
Μα αν της πείς το “σ' αγαπώ “
ευτύς εν που γιατρεύτειν .

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

ΕΡΩΣ ΑΝΕΡΑΣΤΟΣ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ


Β΄’ Επαινος στον 6ο  Πανελλήνιο Λογοτεχνικό  Διαγωνισμό « Δημήτριος Βικέλας», Μάρτιος 2014

Ι
Αυτό το σπίτι μεγαλώνει με γκρίζα μαλλιά στα κεραμίδια
Ρυτίδες πάνω απ΄τα παράθυρα
Ρόζους στα πόμολα των πόρτων
Γερνάει  σαν αδιέξοδος έρωτας
Με ανίατες παθήσεις
Στις αρθρώσεις των λόγων και των έργων
Εκεί κρύβεσαι προτού ακόμα σε γνωρίσω
Προτού ακόμα μάθεις πως με λένε Μοίρα
Κάποιοι έρωτες γεννιούνται
Για να πεθάνουν από έλλειψη
Κι είναι η αγάπη που πολύ ποθήσαμε
Γριά πλέον ξεδοντιάρα που μας περιγελάει
Για τις φωτογραφίες που δεν έγιναν ζωή
Κι όλο με διώχνει από το σπίτι
Ανήμπορη να θρέψει τόση πείνα  της καρδιάς
Τώρα θαρρώ πως είναι   οριστικό
Δεν προλαβαίνω να χώσω πετραδάκια μες στην τσέπη


ΙΙ
Δεν κοιμήθηκα, δεν έχω πεθάνει
Τεχνητό μάλλον κώμα με κρατάει πρίγκιπα
Σ΄αναμονή του γενεσιουργού φιλιού σου
Αλλιώς θα με είχα ήδη σκοτώσει
Σε μια ευθανασία των αγίνωτων καρπών
Εσύ καλπάζεις με ένα άλογο κουτσό
Με πανοπλία τρύπια από  τον άνεμο
Που θέλει να κουρδίσει τα φυλλώματα
Λίγο να παίξουνε τον καλπασμό σου
Την ώρα που τα βήματά σου σβήνουνε στην έρημο
Αντικατοπτρισμός
Με παρ-αισθήσεις  δεν αισθάνομαι Χιονάτη


III
Μαζεύει στάχτη ο ουρανός
Ρίχνει τις τούφες του στο χώμα
Τρέχω σαν Σταχτοπούτα να νοικοκυρέψω τόσες πτώσεις
Με έμαθε η μάνα μου λίγο  προτού  μού γίνει μητριά
Παστρική να είναι η μέρα μου
Νοικοκυρεμένη η πλήξη μου
Σε  ακριβά κιλίμια να πατάνε  η τιμή και η υπόληψή μου
Πέρασαν άρχοντες πολλοί απ΄το κατώφλι μου
Δεν ξέρω αν με γλυκοκοίταξαν
Αν μου κρατούσαν το χαμένο μου γοβάκι
Ποτέ δε σήκωσα τον πόθο μου στα μάτια τους
Ποτέ τα μάτια τους δεν έψαξαν
Τη σπίθα κάτω από τις  στάχτες
 Κάθε βράδυ
Στις δώδεκα ακριβώς 

Κομματιάζω κολοκύθες που αρνήθηκαν τα μάγια 

Ένα τραγούδι για τον Ριμαχό

Και ποιος ήτανε τόσο λεβέντης 
όπως τον Ριμαχό 
που έσκυψε και φίλησε το χώμα 
απ' όπου διάβηκε η αγαπημένη του 
κι αυτή προχωρούσε υπερήφανη κι ακατάδεχτη 
κι οι άλλοι τον είπανε βλάκα 
κι αυτός ξανάσκυψε και ξαναφίλησε το χώμα 
ξέροντας καλά πως οι άλλοι τον λέγανε βλάκα. 

Και τα στήθια του ήταν γεμάτα χαρά. 
Γεμάτα χαρά. 

Ποιος ήτανε τόσο λεβέντης όπως τον Ριμαχό 
Εφτά χιλιάδες φορές θα σκοτώνονταν 
για να υπερασπίσει το χώμα απ' όπου διάβηκε η αγάπη του. 

Ποιος είναι λεβέντης σαν τον Ριμαχό 
να υπερασπίσει τούτα τα χώματα.

[Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα ο Πενταδάκτυλος.]


«Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα ο Πενταδάκτυλος, μητέρα. 
Στο κάτω-κάτω το Μόρφου δεν το βλέπουμε, 
στο κάτω-κάτω την Κερύνια δεν τη βλέπουμε, 
την Αμμόχωστο δεν τη βλέπουμε, 
όμως αυτός είν’ εκεί απέναντί μας 
όμως αυτός είναι διαρκώς εκεί απέναντί μας 
και μας κυτάζει 
και μας κυτάζει μ’ ένα τρόπο, 
και κάθεται βραχνάς και μολύβι στο στήθος μας, 
όμως αυτός είν’ εκεί απέναντί μας 
και δεν μπορεί να κρυβή σαν το Μόρφου, και δε μπορεί να κρυβή 
σαν την Κερύνια και σαν την Αμμόχωστο. 
Και λέει: «Λοιπόν»; 
Και μας ρωτά: «Λοιπόν»; 

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Στιχηρό γράμμα

στον φίλο μου ΠΟΙΗΤΗ Στέφανο Ζυμπουλάκη 

όπου ο φίλος γνήσιος
εκεί και η καρδιά
κι η σκέψη ανθισμένη
και τα μικρά, ωραία ταξίδια
του φωτός η πλησμονή
του τόπου η σκιά ευλογημάνη
σαν Θεοτόκος.

Σε ονείρου μέσα χάραμα, 
σε σκάλα θείας μουσικής
η παρουσία και τ΄ όνομά σο
Στέφανε
με το στεφάνι της καλής αγάπης
χορδές ουράνιας αρμονίας
κινούν μες στο απλό σου μίλημα
και χειρ Κυρίου να ευλογεί.

Η πρώτη ευχαριστία σ΄ Εκείνον
μα και στον άνθρωπο
όταν το κάλλος Του το μέγα
καθρεφτίζει αθόρυβα
-Θεία εικόνα αν και τόσο εύθραυστη
σαν σκεύος κεράμεως.

Θα κάνω ένα μικρό ταξίδι πάλι
μέσ΄ απ΄ τους στίχους και το πρόσωπό σου
στη Λάρνακα του Αγίου Λαζάρου.
στις Φοινικούδες που ψηλά σηκώνουν
το γιαλό της μες στο φως
με το κρασί της θείας νοσταλγίας σου
μεθώντας 
με δυο άστρα ξάγρυπνα στης Αμμοχώστου τους γιαλούς
στο ξεχασμένο σπίτι σου που ρίζωσε στο χώμα
μα έχει τις ρίζες του στον ουρανό,
στον ουρανό της άλλης Κύπρου
αίμα που στάει στις ψυχές και μας κερνά
με το κρασί της θείας νοσταλγίας σου.

Μένω δακρύζων φιλώ το μέτωπο
ένθεν ποιητή ωσάν κι εσένα 
μαζί με τα κρυμμένα χνάρια
της ιερής, της έναστρης πορείας σου.

19.4.2014


Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ



Της είπε όχι
κι εκείνη έφυγε από τη ζωή του.
Χωρίς δεύτερη κουβέντα
τον εγκατέλειψε οριστικά.
Να του έδινε τουλάχιστον
μια μικρή παράταση χρόνου
να σκεφτεί καλύτερα
να μετανιώσει
να αλλάξει γνώμη ίσως…
Να του υποσχόταν
πως θα περνούσε άλλη μια φορά…

ΑΠΡΟΝΟΗΣΙΑ



Πάλι αδιάβαστο τον έπιασε η ζωή!
Πάλι απέτυχε στις εξετάσεις!
Και του το είχανε πει:
Την ώρα που εκείνη διδάσκει
κανείς δεν πρέπει να είναι απών
κανείς δεν πρέπει να ονειρεύεται.

ΑΠΟΘΗΚΗ



Έτσι που είναι σκοτεινή
κι όπως σκέπασε η σκόνη τα πράγματα
δεν μπορεί κανείς να δει
τις πληγές στα σώματά τους
τη θλίψη στην επιφάνειά τους.
Ωστόσο, κανείς δε λογάριασε
πως ούτε η σκόνη ούτε το σκοτάδι
μπορούν να κρύψουν
τους αναστεναγμούς τους.
Κι εκείνοι τους άκουσαν.
Τώρα ξέρουν.

ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ



Τα γυρίσματα των καιρών
άλλαξαν τον προορισμό του ταξιδιού
ξεθώριασαν τα ονόματα των οδών
έσβησαν τις επιγραφές
στα κτίρια
στις στάσεις των λεωφορείων
στους σταθμούς των τρένων.
Κι εμείς χάσαμε τον προσανατολισμό μας.
Ψάξαμε επί ματαίω
με πυξίδες
τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
ξανά και ξανά.
Ύστερα είπαμε:
"Δεν πειράζει, ας το ξεχάσουμε, ας πάμε κάπου αλλού".
Και φύγαμε χωρίς να γυρίσουμε το κεφάλι πίσω.

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΕΝΟΣ ΑΣΤΕΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΠΕΣΕ ΣΤΗ ΓΗ



Με συγχωρείς
που δεν έγινε η ευχή σου αποδεχτή.
Λυπάμαι που δεν μπόρεσα
να πραγματοποιήσω τ' όνειρό σου.
Για άλλον έπεφτα χτες βράδυ.
Δεν ήταν η δική σου σειρά.

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Προτελευταία εποχή (Aποσπάσματα)

[…] Όταν ακούεται η φωνή του Χότζα, είναι ο τελευταίος 
σταθμός της νύχτας, το προοίμιο της μέρας. Σύνθημα για τον ίδιο, 
για τους Τούρκους φρουρούς του τείχους, για τους δικούς μας του 
φυλακίου στο πλαϊνό σπίτι. Μια κίνηση αρχινά μεμιάς στα τρία 
σημεία, σαν περίπου ανάμεσά τους. Ο Ίων ανάβει το φως, αρχίζει 
να ετοιμάζεται. Από το τείχος ακούγονται ομιλίες, βήματα. Κι από 
το πλαϊνό σπίτι ένα τζιπ, βάζει μπρος τη μηχανή, ξεκινά, φεύγει.
Ο Ίων πάει νωρίς στο γραφείο του, αυτό από πάντα. Τον 
χειμώνα είναι συνήθως νύχτα, δεν έχουν σβήσει ακόμη τα φώτα 
του δρόμου, η πόλη κοιμάται. Περπατεί μέσ’ από δρόμους άδειους. 
Είναι η ώρα που παρακολουθεί καθαρά τες σκέψεις του, μια 
μια, τες πιάνει, δεν του φεύγουν να χάνονται όπως αργότερα 
στη διάρκεια της μέρας. Ο ήσυχος κόσμος κι ο αψύς αέρας του 
πρωινού μπαίνουν μέσα του και συμβαδίζουν μαζί του, σε λίγο το
βήμα του ζωηρεύει κι η σκέψη του και μαζί η πεποίθηση πως όλα 
είναι δυνατά, ενόσω υπάρχει η ζωή. Μόνο η «χωρισμένη πόλη» δεν 
σβήνει, παράλληλα βαίνει με τα βήματά του. Ούτε και το γραφείο 
του όπου φτάνει μπόρεσε ποτέ να σβήσει το άλλο. Μπαίνει μέσα 
κι αισθάνεται τώρα πάλι μια γροθιά στο στήθος, και τη διάθεση 
να γυρίσει να βγει. Τι γυρεύει αυτός σε τούτο τον χώρο, ανάμεσα 
σ’ αυτά τα έπιπλα, τες κουρτίνες, τα κάδρα στους τοίχους; Όλα 
τούτα τα καινούρια πράγματα που εξακολουθούν καινούρια και 
ξένα, είναι αδύνατο να δεθούν μαζί του, πάνε τόσα χρόνια. Ξένο 
το γραφείο, όπως και το μεγάλο κτίριο, οι καλοβαμμένοι τοίχοι, οι 
μαρμάρινες σκάλες και το ασανσέρ που αναγκάζεται καμιά φορά 
να πάρει. Αισθάνεται εξόριστος μέσα σε τούτους τους χώρους 
και τους νέους δικηγόρους που έχουν εκεί τα γραφεία τους. 
Έτσι εξαρχής· νόμιζε θα το συνήθιζε, φυσικό να προσαρμόζεται 
κανένας. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Η πλατεία από κάτω κι οι ουρές 
των αυτοκινήτων που πυκνώνουν ιδιαίτερα ορισμένες ώρες, το 
βουητό της πόλης, οι φωτεινές διαφημίσεις ολόγυρα.
... στο γραφείο το δικό του, κείνο το μόνο, τα έπιπλα ήταν άλλα 
ριγμένα χάμω, άλλα σπασμένα, καμένα, οι δυο βαριές πολυθρόνες 
του πατέρα της Φρύνης λείπαν, το πάτωμα ήταν γεμάτο σκισμένες 
σελίδες, όπου έβαζε το πόδι του πατούσε επάνω τους, κι υπόφερε, 
μελάνια χυμένα, ξεραμένα, το πορτρέτο του πατέρα της Φρύνης 
βγαλμένο από την κορνίζα, τρυπημένο στα μάτια, ανθρώπινες 
ακαθαρσίες επάνω του. Ήταν μια εικόνα καταστροφής, σα 
σκηνοθετημένη για να γυριστεί ταινία. Sorry, είπε ο αξιωματικός των 
Ηνωμένων Εθνών που τον συνόδευε στην αποκλεισμένη περιοχή της 
παλιάς πόλης· οι δυο στρατιώτες μείναν κάτω να φρουρούν την είσοδο. 
Ο Ίων μάζεψε όσα βιβλία μπόρεσε στη λίγη ώρα που του επέτρεψαν, 
όχι διαλεχτά ή πολύτιμα βιβλία, παρά ό,τι τύχαινε στα χέρια του. 
Σκέφτηκε να πιάσει το μαξιλάρι της πολυθρόνας, για ενθύμιο, ήταν 
πεσμένο χάμω ανάμεσα σε γυαλιά, πλάι ήταν μια σειρά φωτογραφίες 
από τες διάφορες δίκες, το δίπλωμά του, κι επάνω σ’ όλα χυμένα κει 
κι εδώ τα χαλίκια της θάλασσας που του ’χε δώσει η Μαργαρίτα, 
τη μέρα που συναντήθηκαν τυχαία στην ακρογιαλιά, τα μάζεψε ένα 
ένα, πολύχρωμα, γυαλιστερά, και του τα πρόσφερε στη χούφτα της. 
Έκανε να τα πάρει μαζί με το δίπλωμα και τες φωτογραφίες, ω, ήταν 
ανυπόφορη όλη τούτη η σκηνή, τ’ άφησε όλα κάτω, στάθηκε, τα 
’βλεπε, sorry, είπε πάλι o αξιωματικός. Τον βοήθησε να κατεβάσουν 
τα βιβλία ώς κάτω, στην είσοδο είχαν μαζευτεί τουρκάκια μαζί και 
μεγάλοι, τον γιουχάισαν, τον έβρισαν, όρμησαν να αρπάξουν τα 
βιβλία, τους κράτησαν πίσω οι στρατιώτες...
Στο νέο γραφείο αντίκριζε, όταν έμπαινε, ευθύς τα βουνά από 
το μεγάλο παράθυρο που κάλυπτε όλο τζάμια τον τοίχο· τα βουνά 
που ’κοψαν τώρα στον τούρκικο θύλακο* και δεν είχε τρόπο να 
τα πλησιάσει αλλιώς. Τούτος ήταν κι ο λόγος που πήρε αυτό το 
γραφείο. Έλπιζε πως τα βουνά θα τον βοηθούσαν να συμφιλιωθεί με 
τον χώρο. Τώρα δεν υπάρχουν ούτε βουνά, μια άλλη πολυκατοικία 
ορθώθηκε, τα έκρυψε, στον αντίστοιχο όροφο του απέναντι 
μια μεγάλη βιτρίνα πιάνει την πρόσοψη όλη του κτιρίου, με είδη 
ανδρικά, κούκλες με κοστούμια, αδιάβροχα, μαγιό, κατά την εποχή. 
Κλείνει τα μάτια, δεν μπορεί να τα έχει συνέχεια μπροστά του, μα 
πάλι βλέπει μέσα στα κλειστά μάτια του την τελευταία εικόνα, τον 
άντρα-κούκλα, ξανθό, χαμογελαστό, ξυλιασμένο.
Από το παράθυρο παρακολουθεί τώρα ο Ίων την κίνηση 
κάτω στην πλατεία. Πρώτα περνούν οι εργάτες, σε ομάδες, τρεις 
και τέσσερις μαζί, τους έχουν αφήσει πιο κει τα λεωφορεία των 
χωριών, για να πάρει ο καθένας τον δρόμο του προς τες διάφορες 
οικοδομές που γεμίζουν την πόλη. Σε λίγο αρχίζουν αραιά τα 
αυτοκίνητα. Στο περίπτερο της πλατείας σηκώνουν τα ρολά, κι 
ευθύς μετά καταφθάνει το βαν του πρακτορείου, πετάει στοίβα 
τες εφημερίδες στο πλακόστρωτο, φεύγει. Μια μικρή ταραχή στο 
στήθος του Ίωνα... Περιμένει λίγο, κατεβαίνει. Στέκεται ήρεμος 
κι υπομονετικός μπροστά στον περιπτεριούχο, που δεν βιάζεται 
καθόλου να τον εξυπηρετήσει, αλλά ταχτοποιεί, ξεσκονίζει. Ούτε 
κι ο ίδιος βιάζεται ν’ ανοίξει αμέσως τες εφημερίδες, τες κρατεί 
διπλωμένες, διασχίζει την πλατεία, τον δρόμο, κι όταν μπει καλά 
ώς μέσα στην είσοδο της πολυκατοικίας, το επιχειρεί. […] 
[…] ...Συντείνει αναμφίβολα κι η νέα διαδρομή του. Έξω πια από 
τα κλειστά σοκάκια, πηγαινέλα ο Οσμάν δέκα χρόνια, τόσα βήματα 
να κάνει εδώ, τόσα εκεί, τόσα ώς τη στροφή, από κει ώς την πλατεία, 
και μετά προς το γραφείο όπου δεν χωρούσε να πάει το αυτοκίνητο, 
αρκετές στροφές προς τα κει τον δυσκόλευαν, όταν ήταν ανάγκη να 
το πάρει για δουλειά. Τώρα αισθάνεται απαντοχή κάθε πρωί γι’ αυτή 
τη νέα διαδρομή κι η καλή του διάθεση αυξάνει. Κοντοστέκεται στην 
αυλή, πιάνει κουβέντα με τον Μεμεταλή, αν τύχει και τον συναπαντήσει 
ν’ ασχολείται με τα πουλιά του, γυρίζει στη Μεμεταλίνα, καθισμένη σ’ 
ένα σκαμνί να παρακολουθεί τον άντρα της, της χαμογελά και τη ρωτά 
για τους ρευματισμούς της, δεν αφήνει να του προσηκωθεί όπως 
γινόταν πάντα. Το βλέμμα του στέκει με συμπάθεια στα φουσκωμένα 
πόδια της, του έρχεται στον νου η εικόνα της όταν την πρωτογνώρισε 
ν’ ανεβοκατεβαίνει σβέλτα στον στάβλο, να κάνει για όλους δουλειές, 
πάνω στου Ζαΐμ, κάτω κοντά τους. Τώρα βάρυνε, χάλασε, μοιάζει 
φουσκωμένη όλη, η καημένη.
Ο δρόμος του βγαίνει έξω από την κλειστή πόλη: Η Βόρεια Πύλη, 
της Κερύνειας· το άγαλμα του Ατατούρκ· η τάφρος, το τειχιό· ο 
δρόμος κυλά για λίγο παράλληλα, στην απέξω πλευρά της τάφρου 
τώρα, μπαίνει μετά σε γειτονιές εξοχικές με σπίτια μοντέρνα, κήπους, 
οι γειτονιές που δημιούργησαν στη χέρσα τούτη περιοχή Τούρκοι 
κι Έλληνες τα τελευταία χρόνια πριν τον χωρισμό· κι υστέρα πια ο 
δρόμος ξανοίγεται διπλός, ευθύς, κατά τα βορειοδυτικά, πάντοτε 
μέσα στον δικό τους θύλακο, την επικράτειά τους...
Ο ουρανός που ’ναι ανοιχτός πάνω και γύρω; Ο κάμπος και οι 
λόφοι παραπέρα; Η κοίτη του ποταμού πλάι, πότε να κοντεύει, 
πότε να απομακρύνεται; Τι του ξανοίγει απ’ όλα την ψυχή και νιώθει 
ξαφνικά σα να πετά, σα να μπορεί οτιδήποτε να το αναλάβει και να 
το βγάλει πέρα;
Κει δω παράλληλα στην κοίτη παν ασπροκόκκινα, ραβδωτά τα 
φυλάκια, αλλού μισοφαίνονται, αλλού κρυμμένα. Κι από την άλλη 
μεριά του ποταμού απλώνεται ανεμπόδιστα στα μάτια του η πόλη η 
ελληνική, κάθε πρωί ο Οσμάν να ξεχωρίζει κάτι άλλο απ’ όσα γνώριζε 
παλιά, σπίτια γνωστών και συναδέλφων που έτυχε κάποτε, πριν, να 
επισκεφθεί ή ένα άλλο ακόμη κτίριο... νά η Πολυκατοικία Πεδιαίου, 
τότε ήταν τσιμεντένιος σκελετός... σιγά σιγά να τα εντοπίζει όλα, 
ανάμεσα στα τόσα νέα σπίτια και πολυώροφα κτίρια που φύτρωσαν 
στο μεταξύ.
Δεν τα προσέχει ωστόσο, όλα τα πρωινά. Κάποτε δεν βλέπει καν 
τον δρόμο μπρος του, όταν το φτερούγισμα δυναμώνει μέσα του, το 
αίμα του κυλά γρήγορα, όταν στη σκέψη του αρχίζουν να γεννιούνται 
ιδέες, να σχεδιάζονται προγράμματα... Και πρώτα θα ζητήσει ένα 
σπίτι στη θάλασσα για το καλοκαίρι, τώρα που έρχεται η νιόπαντρη 
κόρη του, για να περάσουν εκεί τες διακοπές... Θα το θέσει σαν 
αίτημα στη Διοίκηση για να του παραχωρηθεί ένα από τα εξοχικά 
που έχουν οι πλούσιοι στη βόρεια θάλασσα και τα νοικιάζουν σε 
Αμερικανούς διπλωμάτες... Θα ’ναι ωραία... Θα πηγαίνουν εκδρομές 
γύρω στην περιοχή, τη «δική» τους, και στα «δικά» τους βουνά πέρα, 
θ’ ανέβουν στο κάστρο ψηλά να φτάσουν μέχρι τες κορυφές όπου 
βρίσκονται τα ακραία τους φυλάκια... ίσως αποφασίσει, αδερφέ, 
να ’ρχεται κι η γυναίκα του μαζί.... θα κάνουν ταξίδια και προς τες 
άλλες πόλεις όπου υπάρχουν θύλακοι «δικοί» τους, θα τους δείξει το 
λιμάνι, τα μεσαιωνικά μνημεία, ευκαιρία να τα ξαναδεί κι ο ίδιος μετά 
από τόσα χρόνια... όμως στο υπόλοιπο νησί που είναι επικράτεια των 
άλλων, αυτός δεν είναι δυνατό να πάει, δεν είναι ο όποιος όποιος για 
να κυκλοφορεί από κει σα να τους αναγνωρίζει, αν θέλουν οι δυο νέοι 
ας πάνε, δεν θα τους εμποδίσει, αν και δεν πιστεύει πως η κόρη του 
θα παραβλέψει και θα πάει, μήτε ο άντρας της... αυτός πιθανό να ’ναι 
αυστηρότερος στο θέμα, καθώς δεν είναι καν ντόπιος....

Ο δρόμος του βγαίνει έξω από την κλειστή πόλη: Η Βόρεια Πύλη, 
της Κερύνειας· το άγαλμα του Ατατούρκ· η τάφρος, το τειχιό· ο 
δρόμος κυλά για λίγο παράλληλα, στην απέξω πλευρά της τάφρου 
τώρα, μπαίνει μετά σε γειτονιές εξοχικές με σπίτια μοντέρνα, κήπους, 
οι γειτονιές που δημιούργησαν στη χέρσα τούτη περιοχή Τούρκοι 
κι Έλληνες τα τελευταία χρόνια πριν τον χωρισμό· κι υστέρα πια ο 
δρόμος ξανοίγεται διπλός, ευθύς, κατά τα βορειοδυτικά, πάντοτε 
μέσα στον δικό τους θύλακο, την επικράτειά τους...
Ο ουρανός που ’ναι ανοιχτός πάνω και γύρω; Ο κάμπος και οι 
λόφοι παραπέρα; Η κοίτη του ποταμού πλάι, πότε να κοντεύει, 
πότε να απομακρύνεται; Τι του ξανοίγει απ’ όλα την ψυχή και νιώθει 
ξαφνικά σα να πετά, σα να μπορεί οτιδήποτε να το αναλάβει και να 
το βγάλει πέρα;
Κει δω παράλληλα στην κοίτη παν ασπροκόκκινα, ραβδωτά τα 
φυλάκια, αλλού μισοφαίνονται, αλλού κρυμμένα. Κι από την άλλη 
μεριά του ποταμού απλώνεται ανεμπόδιστα στα μάτια του η πόλη η 
ελληνική, κάθε πρωί ο Οσμάν να ξεχωρίζει κάτι άλλο απ’ όσα γνώριζε 
παλιά, σπίτια γνωστών και συναδέλφων που έτυχε κάποτε, πριν, να 
επισκεφθεί ή ένα άλλο ακόμη κτίριο... νά η Πολυκατοικία Πεδιαίου, 
τότε ήταν τσιμεντένιος σκελετός... σιγά σιγά να τα εντοπίζει όλα, 
ανάμεσα στα τόσα νέα σπίτια και πολυώροφα κτίρια που φύτρωσαν 
στο μεταξύ.
Δεν τα προσέχει ωστόσο, όλα τα πρωινά. Κάποτε δεν βλέπει καν 
τον δρόμο μπρος του, όταν το φτερούγισμα δυναμώνει μέσα του, το 
αίμα του κυλά γρήγορα, όταν στη σκέψη του αρχίζουν να γεννιούνται 
ιδέες, να σχεδιάζονται προγράμματα... Και πρώτα θα ζητήσει ένα 
σπίτι στη θάλασσα για το καλοκαίρι, τώρα που έρχεται η νιόπαντρη 
κόρη του, για να περάσουν εκεί τες διακοπές... Θα το θέσει σαν 
αίτημα στη Διοίκηση για να του παραχωρηθεί ένα από τα εξοχικά 
που έχουν οι πλούσιοι στη βόρεια θάλασσα και τα νοικιάζουν σε 
Αμερικανούς διπλωμάτες... Θα ’ναι ωραία... Θα πηγαίνουν εκδρομές 
γύρω στην περιοχή, τη «δική» τους, και στα «δικά» τους βουνά πέρα, 
θ’ ανέβουν στο κάστρο ψηλά να φτάσουν μέχρι τες κορυφές όπου 
βρίσκονται τα ακραία τους φυλάκια... ίσως αποφασίσει, αδερφέ, 
να ’ρχεται κι η γυναίκα του μαζί.... θα κάνουν ταξίδια και προς τες 
άλλες πόλεις όπου υπάρχουν θύλακοι «δικοί» τους, θα τους δείξει το 
λιμάνι, τα μεσαιωνικά μνημεία, ευκαιρία να τα ξαναδεί κι ο ίδιος μετά 
από τόσα χρόνια... όμως στο υπόλοιπο νησί που είναι επικράτεια των 
άλλων, αυτός δεν είναι δυνατό να πάει, δεν είναι ο όποιος όποιος για 
να κυκλοφορεί από κει σα να τους αναγνωρίζει, αν θέλουν οι δυο νέοι 
ας πάνε, δεν θα τους εμποδίσει, αν και δεν πιστεύει πως η κόρη του 
θα παραβλέψει και θα πάει, μήτε ο άντρας της... αυτός πιθανό να ’ναι 
αυστηρότερος στο θέμα, καθώς δεν είναι καν ντόπιος....

Ύστερα ο Οσμάν στρέφεται στα πράγματα που λογαριάζει 
ν’ αγοράσει· ρούχα, έπιπλα, στολίδια για το σπίτι, όλα τούτα 
που στερήθηκαν χρόνια ολόκληρα. Τώρα τα θέλει πια, τους 
χρειάζονται, θ’ αγοράζει κάθε μήνα κάτι άλλο, ο μισθός του 
είναι αρκετά μεγάλος, θα μπορούν να εξοικονομούν, θ’ αλλάξει 
και αυτοκίνητο, πάλιωσε πια τούτο δω, το ’χει από... πριν τον 
χωρισμό, και τώρα που θ’ αρχίσουν να βγαίνουν, γιατί το ’χει 
σκοπό ν’ αλλάξουν ζωή, να πηγαίνουν κάθε Κυριακή κάπου, τους 
χρειάζεται νέο αυτοκίνητο, θα πάρει και στερεοφωνικό πικάπ μ’ 
όλα τα εξαρτήματα... και γραφείο οπωσδήποτε, δεν μπορεί πια να 
δουλεύει πάνω σε κείνο το έπιπλο, το παλιό λαβομάνο που τους 
παραχώρησε ο Ζαΐμ και το ’κανε γραφείο του... τόσα χρόνια ζήσαν 
μ’ ό,τι πρόλαβαν να φέρουν από το σπίτι τους και μ’ αυτά που τους 
έδωσε ο Ζαΐμ, φτάνει πια, θέλει πράγματα καινούρια, ανανέωση. 
Ίσως μάλιστα να αποφασίσει να χτίσει δικό του σπίτι, αυτή τη 
στιγμή του έρχεται η ιδέα, πάνω σ’ ένα από τα οικόπεδα αυτού 
του δρόμου, που ’ναι ακόμα άχτιστα, εδώ μέσα στην ανοιχτοσύνη. 
Μπορεί να πάρει άτοκο δάνειο από την Τουρκική Τράπεζα, ο 
Διοικητής είναι γνωστός του, θα θελήσει να τον εξυπηρετήσει, 
τώρα προπαντός... Α! Όλα αυτά τα σχέδια! Είχε ξεχάσει μέσα στα 
χρόνια πως γίνονται, υπάρχουν, πως κάνουν σχέδια οι άνθρωποι, 
για τη ζωή και το μέλλον… Δεν θυμάται πότε έκανε σχέδια για 
τελευταία φορά, μήτε πώς ήταν ο ίδιος πριν τον χωρισμό, τι είδους 
άνθρωπος ακριβώς. Αλλά τέτοιος θα ήταν περίπου όπως τώρα, 
μόνο που σα νεότερος του έλειπε η σφαιρικότητα της σκέψης. […]


Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

θα σταθούμε στη γη που μας γέννησε

θα σταθούμε στη γη που μας γέννησε
σαν τα δέντρα που μάχεται ο άνεμος
που τα δέρνουν οι μπόρες μα ασάλευτα
τον καρπό ετοιμάζουν στα κλώνια

Θα σταθούμε στη γη που μας γέννησε

με τη μνήμη εκείνων που διάβηκαν
την αγάπη για κείνους που θα ‘ρθουνε
και τη θεία γαλήνη στα σπλάχνα

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Ο Σκέλεθρας (Απόσπασμα)

Ο Παύλος ο σαράφης*, ο Σκέλεθρας, απαράτησε την εφημερίδα.
– Σκοτούρα! καλέ σκοτούρα που θα την έχει σήμερις καμπόσος 
κόσμος! σκέφτηκε και τα χείλη του τραβήχτηκαν σ’ ένα χαμόγελο 
ξερό. Κάτω από μιαν επικεφαλίδα νεκρώσιμη –σύμπλεγμα 
κρανίου, βραχιονίου και μηριαίου οστού– είχε διαβάσει μια 
δήλωση της επιτροπής του νεκροταφείου
«Ειδοποιούνται και αύθις οι βουλόμενοι να κάμουν 
ανακομιδήν* των κεκοιμημένων των, να σπεύσωσι, διότι 
εκπνεούσης της προθεσμίας θα ενεργηθή αύτη υπό της 
υπηρεσίας του κοιμητηρίου άνευ ειδοποιήσεως, τα δε οστά θα 
ρίπτωνται εν τω κοινώ χωνευτηρίω*...»
Ξαναπήρε την εφημερίδα κι έριξε μια μάτια σ’ άλλη στήλη. 
Πάλι ειδοποίηση!
«...Ειδοποιούνται οι χρεωφειλέται του αποβιώσαντος Τ... να 
προσέλθωσιν εντός δεκαπέντε ημερών εις το γραφείον του 
διαχειριστού του κ. Δ... ίνα δηλώσωσι τας απαιτήσεις των...»
Άφησε πάλι την εφημερίδα να γλιστρήσει στη γης. Έσκυψε 
στον «πάγκο» του και χτυπούσε ταμπούρλο με τα δάχτυλά του στο 
τζάμι. Τ’ ανίψι του, ο Τιριλλής, καθότανε χαμηλά σ’ ένα σκαμνί 
και διάβαζε μουρμουριστά ανθρωπολογία. Είχε το βιβλίο ανοιχτό 
στα γόνατά του και μουρμουρούσε: «...το κρανιακόν οστούν... το 
μετωπικόν οστούν... τα δύο κροταφικά, τα δύο βρεγματικά*...» 
κι άγγιζε τα δάχτυλά του στο μέρος της κεφαλής που ονόμαζε. 
Άκουσε τον μπάρμπα του που χτυπούσε με τα δάχτυλά του στο 
τζάμι του πάγκου του και σήκωσε το κεφάλι.
– Τα τάλαρα δεν είναι αρκούδια για να χορέψουν που τους 
παίζει ταμπούρλο!... Συλλογίστηκε, γελώντας το τσιριστό γέλιο 
του, που του ’φερν’ ένα πόνο στη ρίζα της ζερβιάς του μασέλας.
Ο Παύλος ο σαράφης, ο Σκέλεθρας, χτυπούσε πολλήν 
ώρα τα δάχτυλά του στο τζάμι, και τα περασμένα του, σ’ όλες 
τους τις λεπτομέρειες, αρχίσανε να περνούν από τη σκέψη του 
αραδιαστά-αραδιαστά, σαν ένας στρατός υπάκουος στον ήχο του 
ταμπούρλου.
Προ δέκα χρόνια ο Παύλος έκλεισε τις χαραμάδες της 
κάμαράς του κι άναψε ένα μαγκάλι κάρβουνα για να δώσει τέλος 
στη ζωή του... την αβίωτη, καθώς έγραψε σ’ ένα χαρτί. Η μυρωδιά 
των κάρβουνων, που ’βγαινε από μιαν ανοιχτή χαραμάδα, τόνε 
πρόδωσε και τόνε βρήκαν μισοζώντανο στο πάτωμα. Όταν άρχισε 
να συνεφέρνει, με τις περιποιήσεις δυο γιατρών που προστρέξανε, 
άκουσε το νοικοκύρη του που διηγότανε πως: είχε ανέβει να του 
ζητήσει «απέναντι καθυστερουμένων ενοικίων» και του χτύπησε 
στα ρουθούνια η μυρωδιά του κάρβουνου, και μουρμούρισε:
– Κερατά!... σαν ερχόσουνα κάθε στιγμή στενοχωρώντας με... 
δεν σου χτυπούσε η μυρωδιά της πείνας μου!...
Ένας από τους γιατρούς, αντεπιστέλλον μέλος* ενός 
φυσιολογικού ινστιτούτου της Ευρώπης, του είπε, λιγωμένα, 
καθώς λέγουνται τα κομπλιμέντα στις αληθινά ωραίες κυρίες, πως 
είχε ένα σκελετό... «θαύμα!»
– Θα μπορούσε η εταιρεία μας να σου μετρήσει ένα σημαντικό 
ποσό αν...
– Πάψε, γιατρέ, του είπε ο άλλος γελώντας, που θέλεις να 
κάνεις το σωματέμπορο τώρα!...
– ...Αν διαθέσεις το σκελετό σου στην εταιρεία μας, θα σου 
μετρούσα... Ξακολούθησε ψάχνοντας τις σπάλες* και τα γόνατά 
του... Θα σου μετρούσα...
Κι ο Παύλος, που θα πουλούσε όσα-όσα και την ψυχή του, 
γυμνώθη για να διατιμήσει ο γιατρός το σκέλεθρό του.
Χρειάστη ένα μέτρο και κατέβη πρόθυμα ο νοικοκύρης του 
και ζήτησε από τη γειτόνισσα μοδίστρα την κορδέλα της. Τον 
αναποδογύριζε, ο γιατρός, απ’ όλες τις μεριές, τονέ δίπλωνε, τον 
άνοιγε, πάλι τον ξαναδίπλωνε... και ψάχνοντας τις αχαμνισμένες 
από την πείνα σάρκες του, εύρισκε τα οστά και τα μετρούσε 
προσεχτικά από αρμό σε αρμό.
– ...Οκτώ έως δέκα χιλιάδας φράγκα!
Έγραψε στην Ευρώπη κι έλαβε εντολή να μετρήσει το ποσό 
εις τον κάτοχο του θαυμάσιου σκελετού... «αντί συμβολαίου 
εξασφαλίζοντος τον σκελετόν εις το Ινστιτούτον μας...»
Ο Παύλος, αγόρασε τον πάγκο ενού σαράφη που είχε φάγει 
στα γλέντια τα κεφάλαια της δουλειάς του κι έγινε σαράφης-
τοκογλύφος, έχοντας κεφάλαια την τιμή του σκέλεθρού του. 
Σαν άνθρωπος που γνώρισε στον καιρό της πείνας την αξία του 
παρά, ήταν ευσεβέστατος παραδόπιστος. Μόνο που ήτανε το λάδι 
ακριβό, ειδεμή θ’ άναβε μέσα στην κάσα του*, ακοίμητο καντήλι 
προς δόξαν του Μαμωνά*, που του ’στελλε πλούσια τα ελέη του!
Όλοι ξέρανε την ιστορία του και του ’μεινε τ’ όνομα 
«Σκέλεθρας». Ο ίδιος σε κάθε περίσταση διηγότανε, γελώντας 
με μιαν ασυνειδησία τρομερή, τα καθέκαστα της πούλησης του 
σκέλεθρού του, τελειώνοντας πάντα έτσι:
– Οι κουτοί! δεν μ’ αφήνανε να ψοφήσω από την πείνα και 
παραχώνοντάς με σε μια γωνιά να μαζέψουν τα κόκαλά μου!... 
Χε! χε! χε!... θέλοντας οι κουτόφραγκοι* το σκέλεθρό μου, μου 
’δωσαν τα μέσα που στερούμουνα να ζήσω!
Κάθε φορά που συναντούσε στο δρόμο το γιατρό που μεσίτεψε 
για την παράξενη αυτή συναλλαγή, τεντώνονταν και τόνε κοίταζε 
κατάματα κοροϊδευτικά, καθώς μια μοδιστρούλα, που ’φτασε να 
γίνει μεγαλοκοκότα*, κοιτάει τον προαγωγό* της.
Το σκελετό του τόνε λογάριαζε σαν ένα πράμα που το ’χε 
πουλήσει σε καλή τιμή «τοις μετρητοίς» κι ο αγοραστής τ’ άφησ’ 
εκεί σε μια γωνιά για να το πάρει αργότερα!
Μάλωνε μια φορά μ’ ένα γείτονά του και τον απείλησε πως 
θαν του σπάσει τα πλευρά· κι ο Παύλος είπε:
– ...Πουλημένα είναι!... θα ζημιώσεις την Ευρώπη!...
Προ λίγες μέρες τον είχε πονέσει ένα δόντι κούφιο και πήγε να 
το βγάλει.
– Δεν έχει παρά μόνο μια τρύπα... κι είναι γερό δόντι, είπε ο 
δοντογιατρός,... καλύτερα να το σφραγίσουμε με χρυσάφι.
Ο Σκέλεθρας που δεν ανεγνώριζε την υποχρέωση να κάνει 
κι επιδιορθώσεις στα πουλημένα κόκαλά του, και μάλιστα να 
γιομίσει ένα δόντι με χρυσάφι:
– Βγάλ’ το..., είπε...
– Είναι γερό... αμαρτία είναι... είσαι τόσω χρονών άντρας και 
διατηρείς όλα σου τα δόντια, αυτό είναι κατιτίς! Γιατί να βγάλεις 
ένα γερό δόντι...;!
– Βγάλ’ το...!
Μονάχα όταν του είπε πως είναι δόντι με αγριόριζες και 
σιδερόδοντο που θα τόνε τραντάξει στο τράβηγμα, παραδέχτη να 
το βουλώσει.
Χτυπούσε πολλή ώρα στο τζάμι τα δάχτυλά του κι αναθυμόταν 
τα περασμένα του. Όλη η ζωή του, από τον καιρό της πείνας ώς 
τη μέρα που κλείστηκε στην κάμαρά του να πεθάνει. Από τη μέρα 
που του μέτρησαν τ’ αντίτιμο του σκέλεθρού του ώς τη μέρα που 
λογάριασε τα χρήματα τούτα σα μια χούφτα σπόρο μπρος στο 
σωρό της σοδειάς του· όλη η ζωή του, σ’ όλες τις λεπτομέρειες (σα 
στρατός αραδιασμένος) περνούσε απ’ τη σκέψη του.
Να!... η προχτεσινή μέρα του με τα πολλά κέρδη της... να κι η 
χτεσινή...
Να κι η σημερινή... το πρωί... το μεσημέρι... Κι η παράταξη των 
περασμένων του, σα να πέρασε και να ’στριψε σε μια καμπή.
Σήκωσε το κεφάλι του κι είδε το Τιριλλή που είχε παρατήσει το 
διάβασμα και τόνε κοίταζε γελώντας ηλίθια.
– Τι γελάς, βρε...;!
– Τίποτις...
Έτσι πάντα ο Τιριλλής γελούσε και με το τίποτις ακόμη· κι 
όταν αρωτιόνταν γιατί γελά, δεν έλεγε αν δεν έτρωγε δυο-τρεις 
χαστουκιές.
Τ’ αυτιά του Σκέλεθρα βουίζανε, σα να τα χτυπούσαν από 
μέσαθέ τους δυο ματσούκια, κι ένιωθε το κεφάλι του βαρύ μαζί 
κι άδειο. Η σκέψη του δεν δούλευε πια παρά σαν κεντιές* μιας 
ημικρανίας.
Τώρα σα να κοίταζε μπροστά –μπροστά στη σκέψη του– κι 
έβλεπε σαν οχλομάζωμα, κάπου εκεί, μυρμηκιαστή* τη μελλούμενή 
του ζωή, τον θάνατό του και πέρα...

Μπροστά-μπροστά ήτανε το σημερινό του απόγεμα 
«επικεφαλής» μ’ ένα μπαϊράκι μαύρο, που δεν ήτανε παρά η 
εφημερίδα που παράτησε προ λίγη ώρα και βρίσκονταν κι εκεί στα 
πόδια του ακόμα. (Ένα μαύρο μπαϊράκι, με άσπρα γράμματα σε 
δυο παράλληλα κατεβατά κάτω από το νεκρώσιμο σύμπλεγμα). 
Το ένα κατεβατό ήταν η ειδοποίηση του νεκροταφείου που 
προσκαλούσε κείνους που θέλανε να περιποιηθούνε τα κόκαλα 
των αποθαμένων τους, και τ’ άλλο ήταν η ειδοποίηση του 
πληρεξούσιου κείνου του μακαρίτη π’ άφησε χρήματα για να 
πλερωθούν οι χρεωφειλέτες του.
Το μπαϊράκι σάλευε με τη χλαλοή* των μελλούμενών του κι 
ο Σκέλεθρας άρπαξε μια φράση από τη μια ειδοποίηση, μια λέξη 
από την άλληνα και νιώθοντας και το σιχαμερό τ’ ανίψι του το 
Τιριλλή εκεί, έγραφε η σκέψη του:
«...Επειδή κι ο μακαρίτης ο Σκέλεθρας δεν έχει χρεωφειλέτες, 
ούτ’ άλλο κλερονόμο από το Τιριλλή, το άτιμο το Τιριλλή, 
ειδοποιείται το Τιριλλή το σιχαμένο να προσέλθει να 
παραλάβει την περιουσία του... Κι επειδή και τα κόκαλά 
του είναι πουλημένα στο Ινστιτούτο και δεν θα μπουν σε 
ιδιαίτερο κουτί ούτε και θα ριχτούν στο κοινόν χωνευτήριον, 
ειδοποιείται ο πληρεξούσιος του Ινστιτούτου να προσέλθει να 
απαιτήσει...»
Ανατινάχθη σα να ξυπνούσε. Του μίλησε μια γυναίκα 
δείχνοντάς του κάμποσες γαζέτες* κι ένα δαχτυλίδι.
– ...Έχω ανάγκη τρία τάλαρα... να τούτο το δαχτυλίδι,... είναι 
καλό... δώσε μου δύο τάλαρα... κάνε μου και τούτες τις γαζέτες 
τάλαρο.
Πήρε το δαχτυλίδι και το κοίταξε. Πήρε και τις γαζέτες και τις 
μετρούσε.
– Το δαχτυλίδι δεν σηκώνει δυο τάλαρα... σηκώνει μονάχα ένα.
– Έχω ανάγκη... τρία! Να σχωρεθούν οι ψυχές των αποθαμένων 
σου... ν’ αναπαυτούν οι ψυχές και τα κόκαλά τους... δώσ’ μου τρία.
– Άφησε και τούτο, της είπε, δείχνοντάς της την αρραβώνα 
της –μιαν αρραβώνα φαγωμένη, τριμμένη από την καθημερινή 
δουλειά... και να πάρεις δυο... κι ένα τρία...
Η γυναίκα τράβηξε να βγάλει τη φτενή* αρραβώνα που ’τανε 
ριζωμένη στη σάρκα της. Τήνε τραβούσε και κοίταζε γύρω 
ντροπαλή κι ανήσυχη.
– Θα ξαθρώσεις το δάχτυλό σου, κερά μου... θα σπάσεις το 
κόκαλό σου...
Κι επέρασε μεσ’ τα μάτια του σαν αστραψιά μια ειρωνεία. 
Η φτωχή αναστέναξε. Τράβηξε δυνατά κι έβγαλε την 
αρραβώνα.
Πήρε τα τρία τάλαρα και τη σκετική απόδειξη.
Θυμήθη, ο Σκέλεθρας, πως ήταν ώρα που ’πρεπε να πάει στο 
δοντογιατρό να του βάλει το χρυσό στο δόντι.
– Ου! να τελειώσει και τούτο, σκέφτηκε.
Ταχτοποίησε μέσα σε μια σιδερόκασα τ’ ό,τι ήταν στον πάγκο 
του και βγήκε.
Αυτήν τη στιγμή, το παιδί του αντικρινού μαγερειού βγήκε με 
μια πιατέλα κόκαλα και τα ’ριξε μέσα στον τενεκέ των σκουπιδιών 
που ’ταν απ’ όξω στην πόρτα.
– «Στο κοινόν χωνευτήριον»... μουρμούρισε ο Σκέλεθρας. […]



επεξηγήσεις:

* σαράφης, ο: ενεχυροδανειστής
* ανακομιδή, η: εκταφή και μεταφορά των οστών 
νεκρού σε οστεοφυλάκιο, μνημείο, τάφο κ.λπ.
* χωνευτήριο, ο: χώρος του νεκροταφείου, στον οποίο 
φυλάσσονται τα οστά των νεκρών
* βρεγματικό οστό: καθένα από τα οστά που σχηματί-
ζουν το πλάγιο και επάνω τμήμα του κρανίου
* αντεπιστέλλον μέλος (Ακαδημίας ή άλλου επιστη-
μονικού ιδρύματος): μέλος που δεν έχει ως μόνιμη 
κατοικία του τη χώρα, όπου είναι το ίδρυμα που τον τιμά 
με τη διάκριση αυτή 

* σπάλα, η: το οστό της ωμοπλάτης
* κάσα, η: σιδερένιο χρηματοκιβώτιο, ταμείο
* Μαμωνάς, ο: θεός του πλούτου
* κουτόφραγκος, ο: υποτιμητικός χαρακτηρισμός για 
τους Ευρωπαίους, ότι τάχα υστερούν σε εξυπνάδα και 
μπορούν εύκολα να ξεγελαστούν
* μεγαλοκοκότα, η: πόρνη πολυτελείας
* προαγωγός, ο: μαστροπός, αυτός που εξωθεί στην 
πορνεία
* κεντιά, η: σουβλιά, δυνατός πόνος
* μυρμηκιαστή: συμπιεσμένη και συμπυκνωμένη
* χλαλοή, η: οχλαγωγή, οχλοβοή
* γαζέτες, οι: νομίσματα μικρής αξίας, κέρματα, πεντα-
ροδεκάρες
* φτενός: λεπτός