Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Χριστιάνα Αβρααμίδου: Μετά από κάθε έκδοση νιώθω σαν να κυκλοφορώ χωρίς ρούχα ή γυαλιά, ότι είμαι διάφανη και κάποιος μπορεί να δει από μέσα τα πάντα λες και κάνω ακτινογραφία…


… Μου αρέσει η ασφάλεια της ρουτίνας μου. Κάθε αλλαγή για μένα, από την πιο μικρή ως τη πιο μεγάλη, σημαίνει και ένα ποίημα


 Άνθρωπο δε βρίσκεις πια
 κουρασμένος να μην είναι.
 Ανελκυστήρες και κυλιόμενες
 δεν ξέρω γιατί λειτουργούν.
 Σέρνω πόδια και ψυχή,
 δίχως να ξέρω
 αν είναι τα δικά μου
 όλο τον κόσμο σού λέω Γιάννη κουβαλώ,
 τον δάσκαλο,
 τους μαθητές απ’ το κρυφό σχολειό,
 τον Πενταδάχτυλο
 και μια θάλασσα
 που ώρες ώρες
 ακόμα μού μοιάζει.

γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας


Την ποίηση της κας Χριστιάνας Αβρααμίδου την συνάντησα εντελώς τυχαία (φράση χιλιοειπωμένη αλλά ταιριάζει απόλυτα στον προσδιορισμό του ανταμώματος μου με την ποίησή της)  σε μια προσπάθεια καταγραφής του συνόλου των Ποιητών και Ποιητριών της Κύπρου. Από τότε έχει περάσει καιρός αλλά όταν θέλω να διαβάσω ένα κομμάτι του εαυτού μου ρίχνω μια ματιά στους στίχους της. Γιατί εκεί μέσα αισθάνεσαι ότι έχουν εγκλωβιστεί η αγάπη, η προδοσία, η χαρά, η λύπη, η μοναξιά όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα, οι μικρές και μεγάλες στιγμές μας. Η ποίησή της θα μπορούσε να είναι ο καθρέφτης μας. 
Γεννήθηκε στην Αθήνα και κατοικεί στη Μεγαλόνησο. Από το 1999 που εξέδωσε την 1η της ποιητική συλλογή, μέχρι και σήμερα έχουν περάσει 15 χρόνια και μετρά έξι ποιητικές συλλογές.
1999 «Σχοινιά και Ναυάγια»
2002 «Ένας λόγος για να αγαπήσεις τη Νύχτα»
2005. «Όλες οι μέρες χιόνι»
2008 «Ώρα κάτω από το νερό»
2011. «Μάτια ανάποδα»
2014. «Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει»
Η Ποιητική της συλλογή «Ένας λόγος για να αγαπήσεις τη Νύχτα» πήρε το 2003 το κρατικό βραβείο Νέου Λογοτέχνη.
Αξιοσημείωτη η χρονική ακολουθία των εκδιδομένων της συλλογών. Κάθε τρία χρόνια. Σαν να μας καλεί σε κάποιο γενέθλιο σημαντικό γεγονός, σαν να μας καλεί στην αναγέννηση της. Μας παρασέρνει μας τους στίχους της γιατί όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και η ίδια: «Αυτή είναι η επιτυχία της ποίησης να παρασέρνει και όχι να αφήνει απλά αδιάφορο τον αναγνώστη»
Ποιήματα της έχουν μεταφραστεί σε ιταλικά, γερμανικά, αγγλικά και ισπανικά, και ένα ποίημα έχει μελοποιηθεί από τον συνθέτης Γιώργο Θεοφάνους και έχει συμπεριληφθεί στο δίσκο:            Τραγουδώ το νησί μου.
Την κα Χριστιάνα Αβρααμίδου, πρέπει να την ευχαριστήσουμε θερμά, διότι έκλεψε μέρος από τον πολύτιμό της χρόνο και δέχτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις μας.



1. Γεννηθήκατε στην Αθήνα, σπουδάσατε όμως στην Κύπρο και συνεχίζετε να δραστηριοποιήστε στη Μεγαλόνησο. Πως επιλέξατε την Κύπρο; Υπάρχει κάποιος βαθύτερος συνδετικός κρίκος με την δεύτερη αυτή Ελλάδα;
Χ Α: Γεννήθηκα Αθήνα εκεί όπου κατέληξε η οικογένειά μου μετά την εισβολή του 74. Τον πόλεμο δεν τον έζησα αλλά τον βίωσα μέσα από την αγωνία της μητέρας μου να φτιάξει κάποτε ένα ξανά δικό της σπίτι. Την Αθήνα την αγάπησα σαν τόπο μου αφού εκεί μεγάλωσα, εκεί έκανα τις πρώτες φιλίες, εκεί αγάπησα τα γράμματα και το σχολείο. Όταν κάποτε αξιωθήκαμε να επιστρέψουμε στο νησί -εγώ ήμουν 11 ετών- βίωσα το δικό μου ξεριζωμό αφού έφευγα από τον τόπο που εγώ γεννήθηκα.  Την Κύπρο την αγάπησα έντονα και βαθιά για την γαλήνη της, την ηρεμία της και τα βάσανά της και όταν ξένο χέρι μεσολάβησε για να ορίσει τη μοίρα της στον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο (του παραλόγου) που ζούμε βίωσα ένα δικό μου 74 με την οργή, τη θλίψη και την απόγνωση να με κυριεύουν πολύ συχνά ομολογώ.

2. Το 1999 εκδώσατε  την πρώτη σας ποιητική συλλογή με τίτλο "Σχοινιά και Ναυάγια" με χορηγία του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ουσιαστικά τη χρονιά εκείνη σας γνωρίσαμε στα γράμματα. Από τότε έχουν περάσει 15 ολόκληρα χρόνια. Εντοπίζετε εσείς προσωπικά διαφορές στην Ποιήτρια του χθες από την ποιήτρια του σήμερα;
Χ Α : Ουσιαστικά τη χρονιά εκείνη και εγώ με γνώρισα στα γράμματα μέσα στον ευρύτερο κόσμο αφού όλα τα υπόλοιπα  ποιήματα ή πεζά είχαν γραφτεί αποκλειστικά για εμένα και όχι για να τα μοιραστώ (μια άλλη ενδόμυχη και πιο επώδυνη διαδικασία). Διαφορές υπάρχουν πολλές τόσο στην ποιήτρια όσο και στον άνθρωπο. Η μια και έντονη είναι πως το 99 ξεκίνησα παλεύοντας με τη γλώσσα (και το νόημά της) για να στραφώ αργότερα στην απλότητα της που είναι όλη της η μαγεία. Σε ένα κείμενο πρόσφατα ανέφερα πως ξεκινάμε εμείς οι γραφείς μαχόμενοι με τις λέξεις, από άρνηση ακόμα, για να ηρεμήσουμε με τα χρόνια και να καταλάβουμε πως η μαγεία της γλώσσας είναι η απλότητα, πως η πιο αληθινή γλώσσα είναι η  παιδική. Γιατί είναι η αληθινή. Το ακριβή αποτύπωμα του τί αισθανόμαστε και σκεφτόμαστε. Χωρίς δεύτερες σκέψεις και κοινωνικές κομψότητες. Η ποιήτρια του τότε ήταν δειλή. Η ποιήτρια του σήμερα δεν φοβάται να κρύψει τίποτα πίσω από πολλά πολλά λόγια και παρομοιώσεις. Και θέλω να πιστεύω πως έχει ακόμα πράγματα να πει.

3. Η τελευταία σας Ποιητική Συλλογή:  Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει, (Οροπέδιο) εκδόθηκε φέτος. Θέλετε να αναφερθείτε σ΄ αυτή. Πως σκεφτήκατε να προχωρήσετε στην έκδοσή της;
Χ Α: Η τελευταία μου ποιητική ήταν έκδοση απόφασης. Κάθε 3 χρόνια αν προσέξετε προβαίνω σε αποκαλύψεις. Σε αυτά τα τρία χρόνια από τη δημοσίευση του Μάτια Ανάποδα (την προτελευταία συλλογή) , συνέβησαν πράγματα στη Χριστιάνα που είπε ή τώρα ή ποτέ. Οπότε ήρθε το Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει. Που ήταν ένα προσωπικό στοίχημα. Μπορώ ακόμα να εκφράσω τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου; Μπορώ να ταξιδέψω και τον αναγνώστη μαζί μου; Μπορώ να αγγίξω την αγάπη όπως στα 19 μου; Μπορώ να ζήσω την ίδια ένταση και το ίδιο ξεσηκωμό μέσα μου;  Και αποκαλύπτω πως το εσένα σε έχω ξαναγαπήσει με αναστάτωσε όσο καμία άλλη συλλογή. Ήταν η προσπάθειά μου να συναντήσω ξανά κόσμο που έφυγε από τη ζωή υπερπηδώντας το θάνατο.  Από όλες τις απώλειες πιστεύω αυτή που αφήνει ένας θάνατος είναι η πιο σουρεαλιστή. Η απώλεια ήταν πάντα έντονη στην ποίησή μου αλλά το πώς την υπερπήδησα φαίνεται στο Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει. Που μαζεύεις σουβενίρ τις αναμνήσεις πια και λες μακάρι όποιος και αν έφυγε να είναι καλά εκεί που είναι.  Αυτό είναι ένα εσωτερικό επίτευγμα.  Κόσμος και πράγματα έρχονται και φεύγουν για να γίνεις αν καταφέρεις με τον καιρό ολοκληρωμένος άνθρωπος. Με άξονα την αγάπη και μόνο.

4. Διαβάζοντας τις Ποιητικές σας συλλογές διαπιστώνω ότι παίζετε με τα συναισθήματα και τις ψυχικές καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αγάπη, η προδοσία, η χαρά, η λύπη, η μοναξιά, κτλ δημιουργούν ένα ανθόκηπο συναισθημάτων που παρασέρνει τον αναγνώστη. Όταν γράφετε ποίηση σκέφτεστε αυτό. Να παρασύρετε τον αναγνώστη στα μονοπάτια σας;
Χ Α: Αυτή είναι η επιτυχία της ποίησης να παρασέρνει και όχι να αφήνει απλά αδιάφορο τον αναγνώστη. Είναι τόση η ένταση στα μέσα μου την ώρα της σύνθεσης που σκέφτομαι άραγε θα νιώσει το ίδιο και αυτός που θα το διαβάσει; Η άποψη  του αναγνώστη με νοιάζει. Γιατί η ποίηση είναι τέχνη οικουμενική. Δεν γράφουμε για την πάρτι μας. Γράφουμε για να εκφράσουμε όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα που νιώθει ο καθένας. Για να πούμε βασικά, δεν είσαι μόνος. Και εγώ το ίδιο νιώθω όπως εσύ..

5. Πότε ξεκινήσατε να γράφετε ποίηση; Πότε ανακαλύψατε αυτή την φλέβα να κυλά μέσα σας; Συνέβη κάτι που σας έσπρωξε στην αγκαλιά της;
 Χ Α : Ένα σφίξιμο συνέβη, ένα τρέμουλο, μια ανησυχία ή μια ανάγκη να πω και στον άλλο τι συνέβαινε. Η απλά έμπνευση συνέβη. Μια εικόνα χίλιες λέξεις. Από παιδί γράφω. Στο δημοτικό και μέχρι τα 16 έγραφα μόνο πεζό λόγο. Δεν είχα περιορισμούς στο πεζό λόγο. Είχα ολόκληρο τετράδιο για να πω ακριβώς το ίδιο πράγμα που σήμερα λέω με μόνο 2 στίχους.  Μεταπηδάω στον πεζό λόγο και σήμερα ανάλογα με το τι θέλω να καταπιαστώ.  Λογική ή συναίσθημα.

6. Υπήρχαν περιπτώσεις που ενώ στείλατε ποιήματα για έκδοση, αμφιβάλλατε για την ολοκλήρωσή τους. Θελήσατε να σας τα επιστρέψουν για μια δεύτερη ή και Τρίτη ματιά, για μια αναθεώρηση;       
 Χ Α: Υπάρχουν ποιήματα που μόλις τελειώσουν δεν θέλω να τα ξαναδώ καθόλου και άλλα που φωνάζουν μέσα μου πως θέλουν δεύτερη ματιά και περιποίηση. Αυτό είναι σαν να έρχεται η έμπνευση πλάι μου κάποτε και μόλις φύγει από το παράθυρο τελειώνει το ποίημα και εγώ μένω με χαμόγελο. Άλλες φορές, που με οδηγεί μια σκέψη αντί ένα συναίσθημα, βλέπω ξανά το ποίημα για να το φτιάξω στα μέτρα και του αναγνώστη. Αν δεν καταλάβει αυτός/αυτή, ποιο το νόημα; Αν πάλι είναι κάτι εντελώς προσωπικό, χωράει σκέψη αν θα βγει πια στον έξω κόσμο γιατί θα αφήσει μόνο απορία και αδιαφορία στον αναγνώστη.


7. Όταν τελειώσετε μια ποιητική συλλογή, υπάρχει αγωνία για την τύχη της; Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος που αντιμετωπίζεται τότε;
Χ Α: Φυσικά υπάρχει. Είναι σαν να εκτίθεται σε ράφι η ψυχή μου.  Μετά από κάθε έκδοση νιώθω σαν να κυκλοφορώ χωρίς ρούχα ή γυαλιά, ότι είμαι διάφανη και κάποιος μπορεί να δει από μέσα τα πάντα λες και κάνω ακτινογραφία. Είναι τρομαχτικό αίσθημα γιατί οι ποιητές νομίζω είναι χαμηλών τόνων άτομα, τουλάχιστον εγώ ακόμα έτσι είμαι. Η κριτική με βοηθάει πολύ. Μπορεί να θυμώσω λίγο αλλά μετά μου δίνει πολύ τροφή για περαιτέρω δημιουργία.  Κανείς ποτέ δεν ξέρει όμως στα αλήθεια τι θέλει να πει η γιατί γράφτηκε το τάδε ποίημα. Ποίημα από μόνο του είναι η αντίδραση συναισθημάτων που προκαλεί που είναι μαγεία όποια και αν είναι.


8. Σ΄ ένα ποίημά σας  γράφετε:

Τον οργασμό
μπορείς να μιμηθείς
δεν μπορείς όμως
την αγάπη.

Κι όμως έχω την αίσθηση ότι οι ανάμεσά μας υπάρχουν άνθρωποι που στο θέμα της αγάπης παίζουν θέατρο. Μιμούνται. Ίσως κάνουμε λάθος, μα θα θέλαμε εκτενέστερα την άποψή σας πάνω στο θέμα που προκύπτει από τους παραπάνω στίχους.
 Χ Α: Όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα μπορείς να τα μιμηθείς. Φόβο, ζήλεια, θυμό, αυτό είναι η τέχνη της υποκριτικής. Την αγάπη μπορείς αρχικά να την μιμηθείς αλλά όχι για πολύ.  Και αγάπη είναι το συναίσθημα που ορίζει ο χρόνος. Όπως τον έρωτα. Σε συνεπαίρνει τα πρώτα χρόνια και η μαγεία του χάνεται αφού γίνεται κάτι πιο βαθύ. Το βάθος αυτό είναι η αγάπη. Που δεν χωράει δυο. Η ανάγκης του άλλου προηγείται των πάντων. Όχι η δική σου, του άλλου. Σε αυτή την πορεία παίρνουν σάρκα και οστά οι λέξεις αυτοθυσία, αυταπάρνηση και  αυτοπραγμάτωση.  Ζεις απλά για να πληροίς τις ανάγκες του ανθρώπου που αγαπάς και γίνεσαι μέσα από αυτό καλύτερος άνθρωπος. Το ίδιο με όταν γίνεσαι γονιός, που παύει το εγώ πια. Την αγάπη την ορίζει ο χρόνος, ούτε η έλξη, ούτε το σεξ, ούτε η συντροφικότητα. Δεν είστε ένα με τον άλλο όπως στην πορεία του έρωτα, γίνεστε δύο που συμπληρώνει το ένα το άλλο.  Είναι όπως σαν παιδιά του Θεού Τον αγαπάμε χωρίς ανταλλάγματα, αυτή είναι μια μαγική αγάπη και μοναδική. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να αγαπάς και τους άλλους. Και η μίμηση αρχικά καλή είναι, σε βάζει σε μια πορεία και μαθαίνεις μέσα από αυτήν τα καλά πράγματα που μπορεί να σου στείλει πίσω. Χωρίς να τα επιδιώκεις φυσικά. Η αγάπη είναι αίσθημα που δεν φεύγει άμα θυμώσεις και βριστείς, σε κάνει να νιώθεις ένα γλυκό βάρος και σε γεμίζει την ανάγκη της συγγνώμης.  Αφού όλα τα άλλα είναι κουροφέξαλα.

9. Πόσο σας βοήθησε η τεχνολογία στην προώθηση του έργου σας; Πιστεύετε στην αναγκαιότητά της ακόμα και στα γράμματα, στις τέχνες;
Χ Α: Πονεμένη ιστορία άστο. Μου σπάνε τα νεύρα οι υπολογιστές και τα κινητά. Τα χω ανάγκη για αυτό.

10.Αισθάνεστε ποιήτρια; Πως είναι να είστε γνωστή σε ένα τέτοιο χώρο; Η καθημερινότητά σας πως είναι;
Χ Α: Νομίζω κανένας ποιητής δεν θεωρεί γνωστό τον εαυτό του. Δεν γράφεις για να γίνεις γνωστός αλλιώς θα γύριζες ταινία.  Είναι αρκετό να σε διαβάζουν αυτοί που αγαπάς. Χαίρομαι πολύ όταν κάποιος μου πει πως με διάβασε, αυτόματα τον νιώθω σαν δικό μου άνθρωπο λες και τον ήξερα από πριν.  Αυτή είναι η μαγεία της ποίησης και είναι μοναδική.
Η καθημερινότητά μου είναι δουλειά, βόλτα το σκυλί, τηλεόραση και πάλι απ’ την αρχή. Άμα αλλάξει αυτό η αλλαγή  με αναστατώνει, κάτι που συμβαίνει όποτε βγει ποιητική. Μου αρέσει η ασφάλεια της ρουτίνας μου. Κάθε αλλαγή για μένα, από την πιο μικρή ως τη πιο μεγάλη, σημαίνει και ένα ποίημα. Σκεφτείτε λοιπόν τι γίνεται τώρα που τρελάθηκε ο καιρός και από ζέστη το ένα λεπτό γίνεται συννεφιά το επόμενο. Απότομα αλλάζει και εμένα όλο μου το είναι και μπαίνω στον κόσμο της δημιουργίας χωρίς καμία προειδοποίηση. Είναι όμως όμορφο το μετά. Νιώθεις να χεις χάσει όλο το περιττό σου βάρος.  Και μπαίνεις στη ζωή φτου και απ την αρχή, πάντα σαν μικρό παιδί.

...



Δυστυχώς κάπου εδώ  τελείωσε και η επαφή που είχαμε με την ποιήτρια κα Χ. Αβρααμίδου. Μέσα στο ελάχιστο διαθέσιμο χρόνο προσπαθήσαμε να διεισδύσουμε στη ζωή της ως ποιήτρια, να γνωρίσουμε μικρές αλήθειες και κυρίως να ακούσουμε τις σκέψεις της. Την ευχαριστούμε για μια ακόμα φορά.

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Αβρααμίδου Χριστιάνα, Νίκος Πενταράς


Αγαπητοί αναγνώστες της ποίησης ....μετά τις γιορτές θα φιλοξενήσουμε στις σελίδες μας,
συνέντευξη του ποιητή Νίκου Πενταρά

και της Ποιήτριας Χριστιάνας Αβρααμίδου.

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

[Καθώς βραδιάζει κι έρχεται]

του Νίκου Πενταρά 

Καθώς βραδιάζει κι έρχεται
κατά που λεν οι ποιητές
της λυχναφής η ώρα
που η ψυχή ενδύεται
τον πιο επίσημο μανδύα της
το φως της παρουσίας σου
φιλικό και αλληλέγγυο
ακόμη σεργιανά
μέσα στη σιωπή
βάφοντας με το γιασεμί του χρώμα
το σταχτόπανο ουρανό
φύλαξε την κάθε λέξη μου
κι απομόνωσε την ηχώ της
για να ’ρχεται
σαν φως
σαν χρώμα
και σαν άρωμα
στης λυχναφής την ώρα
- την ώρα τη δικιά μας -
το τρυφερό της χάδι
να σου δίνει.



 (από την "ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΑΝΑΜΟΝΗΣ")

ΜΗΝ ΣΚΟΥΠΙΖΕΙΣ ΤΑ ΠΕΣΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ

του Νίκου Πενταρά 

Μην σκουπίζεις
τα πεσμένα φύλλα το Φθινόπωρο
ούτε να τ’ αφήνεις
εκτεθειμένα στους ανέμους
γιατί ανάμεσά τους
μπορεί να βρίσκονται τα όνειρά σου.

Στου δρόμου το φως


του Ανδρέα Τιμοθέου 

Την ώρα του δειλινού
ασημίζει η θάλασσα
σαν το σταυρό στο στήθος σου.
Το στήθος σου,
γιασεμί και κιτρόμηλο
των πρώτων χρόνων
καταφύγιο και ταξίδι μαζί.
Ένας μικρός παράδεισος υπόσχεση
το στήθος σου,
μα ο σταυρός στο κέντρο.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Της αγάπης


Αθθοφορούσα μου τζυρά που το φιλίν σου τρέμει
άμαν το σούζει ο άνεμος τζι αρπάσσουν το οι αντζέλοι.

Αθθοφορούσα μου τζυρά που το φιλίν σου ξέρει
ότι το σούζει ο άνεμος τζαι τρέμω μεν τζαι τρέμει.

Είσαι του φέγγους η κορφή, της καλλονής η μάνα,
μ’ εσέ θροφίζεται η καρδιά το μέλι και το γάλα.

Κάλλος ψυχής στο πρόσωπο και στη φωνή σου αγγέλοι
με ροδοκάλια  πτερυγάν κι εγώ τι μ’ ανιμένει;

Πύρρος Δήμας


Ήμαν σπουδαίος αθλητής
σήκωσα τόνους σίδερα
έκαμα τ’ όνομα βαρύ∙
να το θυμάμαι τώρα μ’ αλαφραίνει.
Γιατί φοβάμαι οι άνθρωποι δεν θέλουν
χρόνον πολύ για να απολησμονήσουν
του άλλου τη μορφή (και τη δική τους).

Επιτάφιος πόλις


Ο Μύρης βγήκε από τον τάφο,
καθάρισε το πρόσωπο, τα χέρια
από τον ρύπο της ψυχής – ήρθε κρατώντας
το θαλασσί σκοτάδι της ημέρας.

Θωρούσε την αφρούγια  σκιά της πόλης
ζωσμένη το κορμί – κυπαρισσένιο
και πλαγιαστό σε θήκη και λουσμένο
στο φως των θαμαστών πορτοκαλιών.

Άνοιξη θα ήτο, έαρ· πώς εξηγείται
αλλιώτικα το φύλλωμα των δέντρων,
τ’ αγνώριστο κερί στο πρόσωπό της
και τα τσουγκρίσματα των ποτηριών.

Όλα δοσμένα στην υγειά της και, τολμώ
να ειπώ, στην έγερσή της, αν ο Μύρης
δεν έβρισκε τον δρόμο προς τον τάφο –
ο Μύρης, που σχεδόν τον λησμονήσαμε.

Η αρχή ενός ειδυλλίου

  

Είχα γυρίσει το κεφάλι ανάστροφα και κοίταζα
τον ουρανό με τ’ άστρα ματωμένα.
Άγγιζε ο λίθος ο πελεκημένος
τη Ζώνη σου, τα μάτια σου ατημέλητα
ισιώναν την απείθαρχή μου ανάσα.
Φραγκοσυκιές, αρχή των αιωνίων.

Τώρα που βρίσκομαι κοντά σου, πόλη σιδερένια,
καλό είναι να σου δώσω κάτι δανεικά
που πριν σαράντα χρόνια πήρα από τα χέρια σου.

Πόλη με το φεγγάρι στα μαλλιά σου,
τον ήλιο ξέσκεπο, την ευωδιά ντυμένη
τα κρόσσια του Μαγιού, τη θάλασσα πλατάνι.

Εσένα θέλω, σένα λαχταρώ,
εσύ που κάποτε ήσουν άσπρο μεσοφόρι,
κι αργότερα, στου δολοφονημένου προέδρου τη γωνία,
ακίνητο κουφάρι, πατημένη θάλασσα.

Όταν η μέρα κλίνει προς το μέρος μου,
δικιά μου γίνεσαι για πάντα – μα τι τ’ όφελος;
Σε τριγυρίζει τώρα συρματόπλεγμα.
Ολάκερη μια πόλη μες στο κρατητήριο.
Να μένεις έτσι εκεί να μη σαλεύεις.
Χωρίς ψωμί, νερό, χωρίς ειδήσεις.
Τα ρουχαλάκια του μωρού σε μια ταράτσα
πλένει η βροχή και σιδερώνει ο άνεμος.

Άκου με τώρα, γιατί πια δεν θα μιλήσω:
Σε λίγα χρόνια συ θ’ αποδοθείς
στην κυριότητα όλων συ θα περιπέσεις.
Νόμιμοι κάτοχοι κτημάτων και οικιών,
περιβολιών, ανεμομύλων και θαλάσσης,
η κεντρική πλατεία, η αγορά,
ο Δήμος όλος με την μπάντα του και ο Κήπος
θέλουν γυρίσει πάλι προς το μέρος σου.
Και συ χαρούμενη για τα καθέκαστα θ’ αφήσεις
τον ξεχασμένο σου έρωτα στην τύχη.

Δεν φτάνει, πόλη των παλιών βημάτων μου, η ακμή σου
ίσαμε της θωριάς μου το κερκέλι.
Τραβάω πιο πέρα, δεν έχει ουρανό.
Σφίγγω τ’ αστέρια, έχουν άρτιο φως.
Αρπάζω μια δικράνα και ανεμίζω
τ’ άχυρα της ζωής μου σ’ άδειες πόλεις.
Ο κόσμος είναι επικερδές επάγγελμα.
Η φύση μου είναι βέβαια ν’ αποτύχω.

Ασπράδι ολούθε, μέρα σαραντάπηχη
κυκλώνει τώρα τον εχθρό σου εμένα.

Ξέρω πως λιώνεις μέσα στο μαρτύριο∙
μια πόλη και να γίνεσαι φανταστική…
Δεν σε κοιτάνε μάτια, δεν σε σκάβουν άνθρωποι,
δεν σ’ αναθρέφουν ρόδα κι άταχτα παιδιά.

Πολλοί γεμάτοι ελπίδα και ρηχά αισιόδοξοι,
όταν θα πάμε πίσω, λένε, να κοπιάσετε.
Προχθές ακόμα γερο-πρόσφυγας μού λέει:
«Στην παλιογειτονιά μου δεν γυρίζω,
εκεί έχει φασαρία και αλητόπαιδα.
 Όταν θα πάμε πίσω στην Αμμόχωστο,
κανόνισα και βρήκα σπίτι αλλού∙
ανήκει σ’ ένα κύριο που απόθανε».

Θάνατοι πόσοι, πόση ελπίδα για το γυρισμό…
Εμείς οι δυο, το βλέπω, ακόμα δεν τελειώσαμε.

Μαγειρεύουμε για τα Κοινωνικά Παντοπωλεία ....στη Λάρνακα, Παραλίμνι, Λεμεσό....


Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Το ταξίδι / Κουγιάλης Θεοκλής


Έβαλε στο μπαούλο του είδη πρώτης ανάγκης μόνο
εκείνα που θα του χρειάζονταν
που πίστευε πως θα του ήταν απαραίτητα
γι’ αυτό το μακρινό και άγνωστης διάρκειας ταξίδι.

Έβαλε ρούχα, μερικά βιβλία, σημειώσεις του,
τα όνειρα, τις έμμονες ιδέες και τα βάσανά του.
Έβαλε ακόμη μια φωτογραφία πρόσφατη
μήπως και το ταξίδι τον αλλάξει τόσο δραστικά
που δεν θ’ αναγνωρίζει πια τον εαυτό του,
τον εαυτό του που εγκατέλειπε
για ένα τόσο μακρινό και άγνωστης διάρκειας ταξίδι.

Διακοπή / Κουγιάλης Θεοκλής


Φύγαν οι καλεσμένοι μας. Το σπίτι
είναι άδειο και σιωπηλό.

Περάσαμε καλά. Φάγαμε, ήπιαμε άφθονο κρασί
είπαμε τα αστεία μας, γελάσαμε με την καρδιά μας.
Είναι φίλοι καλοί. Τους αγαπάμε.

Φεύγοντας μας αφήσαν
τη μυρωδιά τους πάνω στα έπιπλα
την καλοσύνη της μορφής τους στους καθρέφτες.
Η παρουσία τους είναι ακόμη αισθητή.

Φύγαν οι καλεσμένοι μας.
Μείναμε μόνοι με την καθημερινότητα
με τις φροντίδες, τα προσωπικά προβλήματα
και τις κρυφές πληγές μας.

Περί ποντικών / Κουγιάλης Θεοκλής


Ένας ποντικός
παρα - βολικός
χρόνια τρία πολιτευτής
κι έντεκα οραματιστής.

Ένας άλλος ποντικός 
παρα - πειστικός
παίρνει απόφαση γερή
ιεράρχης να γενεί.

Κι ένας τρίτος ποντικός
παρα - κρατικός 
βλέποντας θέση κενή
την αράζει στη βουλή.

Σε μιαν εποχή
παρα - ποιητική
σύμβολα οι ποντικοί 
κι ο νοών νοεί.

Ευρώπη εικοστός αιών / Παστελλάς Ανδρέας


Ο Μοντεσκιέ σιωπά
κρατώντας σφιχτά στο στήθος του
το πνεύμα των νόμων
κι η Γαλλική Επανάσταση έχει εναποτεθεί
στο μουσείο του Λούβρου. 
Από τον Ιωάννη τον Ακτήμονα
πήραν το μόνο κτήμα που ’χε,
τη Μεγάλη Χάρτα.
Στην Κομεντί Φρανσαίζ* παίζεται η κωμωδία
«Τα δικαιώματα του ανθρώπου», 
λαϊκή απογευματινή,
και τραγουδά τη μασσαλιώτιδα
η χορωδία του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Αύριο πρεμιέρα πανηγυρική:
«Ο νόμος και η τάξις» 
με αρχιμουσικό –κοινή συναινέσει–
τον υψηλό βαρόνο, άλλοτε στρατάρχη σερ Τζον Χάρτινγκ.
Χιλιάδες Λονδρέζων δεν κοιμήθηκαν
για το δράμα ενός σκύλου.

Μέσα στην πρωινή ομίχλη 
πάνω από τις μαυρισμένες καμινάδες των πολιτειών
αιωρούνται κρεμασμένοι οι αμετανόητοι τρομοκράτες των αποικιών,
χορωδίες των σκοτωμένων μαύρων παιδιών της Κένυας
τραγουδάν τα κάλαντα.
και το Big Ben σημαίνει το τέλος ενός κόσμου.

Η ευγενής δέσποινα Μαρία Μανουήλ Ξηρού

του Νίκου Κρανιδιώτη 

Εν έτει σωτηρίω χίλια τριακόσια πενήντα έξι
απεδήμησεν εις Κύριον, εις ηλικίαν δεκαεπτά ετών,
η ευγενής δέσποινα
Μαρία Μανουήλ Ξηρού.

Οι ευσεβείς γονείς της αφιέρωσαν εις μνήμην της
εικόνισμα του Παντοκράτορος
στον ιερό ναό της Παναγίας Χρυσαλινιώτισσας.

Ενδεδυμένοι την στολήν του κοντοσταύλη
κρατάνε, κάτωθεν του Παντοκράτορος,
το εκπάγλου καλλονής ομοίωμα της Μαρίας.

Σήμερα, ύστερα από εφτακόσια χρόνια,
ξυπνάει άφθαρτη απ’ τον τάφο η ομορφιά της,
και διαπερνά,
σαν αστραπή σε ώρα καταιγίδας,
τη σκέψη εκείνων που αντικρίζουν, στο σεπτό εικόνισμα,
το νεκρικό, κι όμως αείζωο ομοίωμα της κόρης.

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

ΑΓΑΠΗ ΞΕΝΗ



Χλωρή φωτιά
δροσερό βλέφαρο
βρεγμένο δέρμα των ανθών
ζωντανό βάθος
μόνη κι ένοχη ομορφιά
ξημέρωσε τον ύπνο σου να γίνεις
όψη πυκνή κι ανάγλυφη
Αφή το φως των αγαλμάτων
σ’ ακουμπά και χάνεσαι
Η σκέψη φάνηκε κοντά
φωνή γραμμένη
Η ζωή του ύπνου της
δεν είναι να φανεί

ΘΗΣΑΥΡΙΑ ΧΕΡΙΑ


Με τον ύπνο και το φως στο ίδιο σκοτάδι
χάθηκαν τα θησαύρια χέρια του

Η αλάθητη σιγή της ολότητας
και η βαθιά σιωπή του
- πως θα ζήσει -
Κράτησαν
ως τη στιγμή που βγήκαν απ’ τα σύννεφα
οι φράσεις του φεγγαριού

Στη συνέχεια
ξέπλυνε τις χειρονομίες
τίναξε την αφή στ’ ακροδαχτύλι
κι έτσι λιτός κι απέριττος
είπαν πως πήρε τα δάχτυλά του κι έφυγε

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Χωρὶς τὸν οὐρανὸ
θ’ ἁρπάξουν τὸν ὁρίζοντα πιὸ πέρα
θὰ τὸν ἀνάψουν ζωντανὸ
καὶ θὰ τὸν κάψουν
μέρα χωρὶς τὸν οὐρανὸ
ὁλόκληρο τὸ σύννεφο θὰ ρίξουν τὸ μισὸ
μέσα θὰ σκάψουν τὸ νερὸ
νὰ τρέξουν οἱ ἀνάσες

Θὰ βροῦν τὸν ὕπνο νὰ κοιμᾶται στὸ χαρτὶ
μὲ τὶς εἰκόνες του
μὲ τὴ σιωπή του
θὰ δοκιμάζουν ἀκόμα
ὄνομα οἱ λέξεις

ΑΓΝΩΣΤΟ ΜΕΤΡΟ

Ἀγωνιώδης πάντα
ἡ φωνὴ ποὺ δὲ φάνηκε ποτὲ
πλησιάζει
τὸ νόημα ποὺ ἀκούγεται

Μέσα στὴν παύση τὴν ἀπουσία
σὲ διαυγὲς κενὸ
σκιαγραφεῖται ὁ ἦχος της
διαφαίνεται κάπως ἡ παρουσία
ὁ σχεδιασμὸς ἡ σύνθεσή της
σὰν εἰκόνα κάποτε ἡ φωνὴ
σὰν ἔργο

ΔΕΝΤΡΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ

Θυμοῦμαι
ἔμοιαζε νερὸ
ἔμοιαζε χρυσὸ
σκοῦρο ξανθὸ
κι ἀνάβλυζε τὸ χῶμα
καθαρὸ
κάτω στὰ πόδια της νὰ βγεῖ
τὸ μαῦρο δέντρο μὲ τὰ κρίνα

Θυμοῦμαι χωρὶς νὰ ξέρω
θά ’τανε γῆ
θά ’ταν πηγὴ
στεριὰ καὶ τώρα

θά ’χει στερέψει τὸ κορίτσι

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Κύπρου

Πάλι ακούσετε άρκοντες
τζι' ήρταμεν να σας πούμεν
πως αύριον είναι γιορτή
τζιαί πρε... τζιαί πρέπει να χαρούμεν

Αύριον εν Αρχιχρονιά
πρώτη Ιανουαρίου
όπου γιορτάζεται παντού
τ ' Αγί... τ ' Αγίου Βασιλείου

Ζητώ χάρην που τον Θεόν
τα λόγια μου να δέσω
τον Άγιον Βασίλειον
να σας... να σας τον επαινέσω

Που τον αφέντην τον Θεόν
ήτανε φωτισμένος
τζι στων γραμμάτων την σπουδήν
σοφί... σοφίαν πλουμισμένος

Γέννημαν της Καισσάρειας
βλαστός Καππαδοκίας
τζιαί ποιητής θεόπνευστος
της θει... της θείας λειτουργίας

Πρωτομηνιά, Πρωτoχρονιά
τζιαί πάλ ' αρχή του Λόγου
τζιαί ' μεις καλός σας ήβραμεν
να ζιεί... να ζιείτε τζιαί του χρόνου


εις πολλά τα έτη



Κάλαντα Φώτων της Κύπρου




Παρακαλώ σας δώστε μου θέλημαν ν’αρκινήσω,
να πω τα Φωτοκάλαντα να σας τα ιστορήσω.
Τζι αν έσιετε ευχαρίστηση τζιαι θέλ’ η όρεξή σας
τα Φωτοκάλαντα να πω στη πόρτα τη δική σας

Μυνήματα χαρούμενα ήρταμε να σας πούμε,
πως ο Χριστός βαφτίζεται τζιαι να σας ευχηθούμε.
Πως εν τα θεοφάνεια ανθρώπου σωτηρίαν,
που καθαρίζουν τες ψυσιές από την αμαρτίαν. 

Σήμερον ήρτεν ο Χριστός στο άγιο ποτάμι
τζιαι ζήτησε να βαφτιστεί από τον Ιωάννην.
Θαύμα μεγάλον έγινεν απού δεν έσιει ταίριν,
ανοίξασιν οι ουρανοί τζι εξέβην περιστέριν. 

Ήτουν το Πνεύμαν τ’Αγιον για να το μαρτυρήσει
πως εβαφτίστην ο Χριστός π’ανατολήν ως δύσην.
Δοξάζουμεν σε βασιλιά με τα θαυμάσιά σου
τζιαι προσκυνούμεν Κύριε τα Θεοφάνειά σου. 

Ακούστε το Βαγγέλιο που του Χριστού το στομαν,
όποιος εν εβαφτίστηκεν χάννει ψυσιήν τζιαι σώμαν.
Εις τούντο αρκοντόσπιτον που δείξαν προθυμίαν
π’ ακούσασιν τα κάλαντα με τόσην ευθυμίαν. 

Δώς τους Θεγέ μου τζιαι Χριστέ τζι αφέντρα Παναγία
χρόνια πολλά τζιαι πλούσια να ζιουν με την υγείαν.
Τζιαι του τζαιρού με το καλό να’ ρτούμεν να σας βρούμεν,
χαρούμενους καλόκαρδους τα Φώτα να σας πούμεν.  



θα τα ακούσετε: https://www.youtube.com/watch?v=cAGZL1iIUic

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Ένα τουρκάκι στο Κιόνελι το 1966


Μ’ ενδιαφέρει αυτό το χαμόγελο του μικρού παιδιού
που τ’ αγνοήσαμε και μας ανέμισε
ένα χεράκι χελιδόνι,
που τ’ αντιπαρήλθαμε και μας ανέμισε
ένα χεράκι γιασεμί.

Δεύτερο γράμμα στη μητέρα (Απόσπασμα)



 Θ

Μητέρα, διαισθάνομαι πως το γράμμα μου άρχισε να διασπάται,
διαισθάνομαι πως η συνοχή που επεδίωξα άρχισε να διασπάται,
πως η δομή που ήλπιζα άρχισε να διασπάται
σαν τις κουρασμένες τετράδες των μαθητικών παρελάσεων
όταν προσεγγίζουν το τέρμα
που λεν «ουφ» και ξεκουμπώνουν τα κολάρα
και «επιτέλους»
και σπεύδουν να επανέλθουν το ταχύτερο στα καθημερινά
και σπεύδουν να επανέλθουν το ταχύτερο στα συνήθη.
Κι η αλήθεια είναι πως τι χρειαζόταν η συνοχή,
κι η αλήθεια είναι πως τι χρειαζόταν η δομή,
πώς θα διασωζόταν η δομή,
πώς θ’ άντεχε η δομή,
πώς θ’ άντεχε η συνέπεια,
πώς θ’ άντεχε η ακολουθία,
πώς θ’ άντεχε ο ειρμός,
που, όπως είπα, έρχεται ο τυχών απροειδοποίητα κι ανοίγει την πόρτα,
που έρχονται απροειδοποίητα κι ανοίγουν την πόρτα
και μου τα πετάν ανάκατα μέσα,
που ξανάρχονται απροειδοποίητα και ξανανοίγουν
και διαδίδεται η είδηση
κι έρχονται κι άλλοι κι άλλοι
και συνωθούνται;
Εγκαταλείπω τη συνοχή, μητέρα,
εγκαταλείπω τη δομή, μητέρα,
εγκαταλείπω τη συνέπεια,
δεν μπορεί να υπάρξει συνέπεια
έτσι που τώρα μιλώ για λογαριασμό όλων
και τώρα για δικό μου,
έτσι που τώρα είμαι όλοι
και τώρα είμαι μόνος,
έτσι που τώρα διαχωρίζομαι πλήρως
και τώρα ενούμαι πλήρως,
και τώρα ταυτίζομαι πλήρως,
σαν το μικρό τρελό κλαδί της λυγαριάς
που τη μια στιγμή αποσπάται και λυγίζει εδώθε,
και λυγίζει ενάντια εδώθε
μέσ’ στις τσιριξιές και τα χειροκροτήματα των σπουργιτιών,
τριγυρισμένο απ’ τις τσιριξιές και τα χειροκροτήματα των σπουργιτιών,
και την άλλη στιγμή σμίγει στην κατεύθυνση των λοιπών,
και την άλλη στιγμή σμίγει στην υπακοή τους,
σμίγει στην ενότητά τους
και δεν διαφωνεί
 και «τ’ είχαν και τσίριζαν τα σπουργίτια;»
και «τ’ είχαν και χειροκροτούσαν τα σπουργίτια;»,
σαν το μικρό τρελό πουλί
που ξαφνικά ξεκόβει και λες αλλού τραβά,
και λες σίγουρα αλλού τραβά
και μπράβο του,
μα ίδια ξαφνικά ύστερα πίσω τρεχάλα να φτάξει τ’άλλα,
ύστερα πίσω αγωνία να φτάξει τ’ άλλα,
κι εσύ δεν ξέρεις πια
αν έστω κι απ’ αυτή τη δειλή μεταμελημένη απόπειρα
βγήκε κάτι
ή αν χειρότερα τώρα.